Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΥΔΙΚΟΣ, Καθηγητής Πανεπιστημίου – Συγγραφέας

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΥΔΙΚΟΣ«Η αδυναμία εξεύρεσης χρόνου για
επικοινωνία είναι το μεγαλύτερο
πρόβλημα στη σχέση γονέα & παιδιού»


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ:
 ΜΑΙΡΗ ΓΚΙΩΝΗ – ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ


Ο Ευάγγελος Γρ. Αυδίκος γεννήθηκε στην Πρέβεζα, με καταγωγή από το Συρράκο. Σπούδασε στο Κλασικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και εργάστηκε για πολλά χρόνια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως φιλόλογος. Είναι καθηγητής λαογραφίας στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Άρθρα του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά, συλλογικούς τόμους και πρακτικά συνεδρίων.
Στο συγγραφικό του έργο συγκαταλέγονται μεταξύ άλλων οι τίτλοι: «Το βλέμμα στον τοίχο με τη μαντανία», διηγήματα, (Ελληνικά Γράμματα, 2001), «Ο δικός μου Θεός», μυθιστόρημα, (Ταξιδευτής, 2004), «Η Θράκη και οι άλλοι. Ιχνηλατώντας τα πολιτισμικά όρια και την ιστορική μνήμη» (Οδυσσέας 2007), «Η κίτρινη ομπρέλα» (Μεταίχμιο, 2007) – ήταν στη μικρή λίστα του περιοδικού «Διαβάζω» για το βραβείο μυθιστορήματος του 2008, «Ήταν μια φορά κι έναν καιρό αλλά μπορεί να γίνει και τώρα. Η εκπαίδευση ως χώρος διαμόρφωσης παραμυθάδων» (Ελληνικά Γράμματα 1999), «Το παιδί στην παραδοσιακή και τη σύγχρονη κοινωνία» (Ελληνικά Γράμματα 1996), «Το λαϊκό παραμύθι. Θεωρητικές προσεγγίσεις» (Οδυσσέας 1994).

 

 

«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιό περιβάλλον μεγαλώσατε; Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΥΔΙΚΟΣ: Μεγάλωσα στην Πρέβεζα, όπου και γεννήθηκα, με καταγωγή από μια ορεινή κοινότητα, το Συρράκο Ιωαννίνων. Οι γονείς μου εγκαταστάθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Και οι δυο γονείς ήταν άνθρωποι του μόχθου. Τσαγκάρης ο πατέρας, με μια ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ αλλά και χρήση της γλώσσας, παρά το γεγονός ότι είχε τελειώσει μόνο το δημοτικό σχολείο. Το αστικό επάγγελμα και η πολιτική του συνειδητοποίηση διαμόρφωναν ένα περιβάλλον έμμεσης επίδρασης σε μας, εμένα και τον αδελφό μου. Ο πατέρας μετέφερε στο σπίτι την ατμόσφαιρα της αγοράς, παρόλο που δεν μιλούσε ακολουθώντας το πρότυπο του πατέρα που παρακολουθεί τα παιδιά αλλά δεν έχει άμεση εμπλοκή στη διαπαιδαγώγησή τους. Ήταν το μοντέλο της εποχής. Η μάνα ήταν μια ολόκληρη ορχήστρα. Τη θυμάμαι να δουλεύει συνεχώς. Είτε με το τσαπί στις αγροτικές κηπευτικές εργασίες είτε ως λιομαζώχτρα στα βενετσιάνικα λιοστάσια της Πρέβεζας. Τη θυμάμαι να έρχεται με κομμένη την ανάσα στο διάλειμμα και να συμμαζεύει στο σπίτι. Δεν μας πίεσε ποτέ να τη βοηθήσουμε. Ευτυχώς που τα σύγχρονα ζευγάρια δεν έχουν αυτή τη συμπεριφορά προς τα αγόρια. Τρεις άντρες στο σπίτι που τους φρόντιζε μια κουρασμένη γυναίκα.
Και οι δυο γονείς μου με επηρέασαν, έμμεσα, ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Και οι δύο ήταν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους. Μας έμαθαν να έχουμε καθαρό το μέτωπο και να μη χρωστάμε. Τους ευχαριστώ, γιατί μ’ έμαθαν να εργάζομαι σκληρά και να μην απλώνω το χέρι ικετεύοντας και εκλιπαρώντας τη βοήθεια άλλων. Έχει κόστος αυτό αλλά μου προσφέρει την ικανοποίηση της σχετικής αυτοτέλειας. Κι αυτό το αίσθημα δεν αγοράζεται με τίποτε.

 

 

«Π»: Τί είναι η πατρίδα μας;
ΕΥ.ΑΥ.: Να μια ενδιαφέρουσα ερώτηση, που είναι πάντα στην επικαιρότητα, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσεων. Πατρίδα μου, ασπίδα μου και δόρυ αιχμηρό στο στήθος, γράφει ο Γκανάς σ’ ένα ποίημά του. Είναι η κληρονομιά μας αλλά και το χρέος απέναντι στις νεότερες γενιές. Είναι το βάρος όσων δημιούργησαν οι προηγούμενοι αλλά και η υποχρέωση να τα γνωρίσουμε, να ρουφήξουμε τη γύρη της ομορφιάς τους. Είναι ο τόπος. Τα βουνά και οι κάμποι και η αίσθηση του καθήκοντος να μην τα μολύνουμε, να μην τα καίμε και να τα καταστρέφουμε. Αυτή η διάσταση είναι ένας πατριωτισμός που δεν αφορά μόνο τις υψηλόφρονες ιδέες. Έχει σχέση με την ποιότητα της ζωής. Με τη συνείδηση πως αυτός ο τόπος ανήκει σ’όλους, στους περασμένους, στους ζώντες αλλά και σ’ όσους θα γεννηθούν αργότερα.
Πατρίδα είναι τα τραγούδια μας, τα έργα τέχνης. Προπάντων πατρίδα είναι οι άνθρωποι και η ανάγκη να ζουν όλοι με αξιοπρέπεια. Αυτό γίνεται φανερό με οξύτητα σήμερα. Προφανώς, πατρίδα είναι η υπεράσπισή της απέναντι σ’όσους την απειλούν. Απέναντι σ’όσους απειλούν τη δημοκρατία. Η αγάπη προς την πατρίδα είναι και κόφτης στα αισθήματα μίσους προς τους άλλους λαούς.

 

«Π»: Ο ελληνισμός από τί κινδυνεύει, κατά τη γνώμη σας;
ΕΥ.ΑΥ.: Ο ελληνισμός έχω την αίσθηση πως κινδυνεύει από τον ίδιο του τον εαυτό. Από την τρυφηλότητα και την υπερκατανάλωση, που μας οδήγησε σε στρεβλή ανάπτυξη. Που χαλάσαμε τις πόλεις. Κινδυνεύει από την απώλεια της μνήμης. Από την συμπλεγματική σχέση με το παρελθόν. Ο κίνδυνος είναι η ημιμάθεια και η αδιαφορία για τη γνώση. Και γνώση δεν σημαίνει να απομνημονεύουμε τσιτάτα για την ικανοποίηση μιας επιδερμικής ανάγκης αλλά για μια βαθιά σχέση, που θα επιτρέπει την αξιοποίηση της σοφίας του ελληνικού πολιτισμού για την κατανόηση του κόσμου αλλά και για την απόκτηση μιας ανθρωπιστικής παιδείας. Ο ελληνισμός κατάφερε να επιβιώσει σε δύσκολες συνθήκες, γιατί μπόρεσε να αναλύσει τα πράγματα, κάτι που τον βοήθησε να λάβει σωστές αποφάσεις. Ο ελληνισμός, στηριζόμενος στην οικειοποίηση των κλασικών γραμμάτων και στη συνειδητοποίηση της σπουδαιότητας της εκπαίδευσης δεν κλείστηκε ποτέ στον φιλντισένιο πύργο του ούτε ομφαλοσκόπησε επιδιώκοντας να λύσει συνωμοσιολογικούς γρίφους. Ο ελληνισμός, η Ελλάδα, είναι σαν το τρελοβάπορο του Ελύτη, που ανοίγεται στο πέλαγο και ανεβαίνει σε βουνό, φορτώνοντας στα αμπάρια του τη γνώση και την πίστη στο μέλλον.

 

 

 

 

 

«Π»: Είμαστε στην εποχή των πολλαπλών κρίσεων. Ποιά θεωρείτε ως την πιο σοβαρή;
ΕΥ.ΑΥ.: Δεν είναι η πρώτη φορά που αντιμετωπίζουμε κρίσεις. Τρομοκρατηθήκαμε, γιατί συνηθίσαμε στην ευκολία και πιστέψαμε πως μπορούμε να ξοδεύουμε και να χαλάμε άσκεφτα. Δεν θεωρώ ότι η πιο σοβαρή κρίση είναι η οικονομική. Προφανώς, η κατάρρευση της αγοραστικής δύναμης αποτέλεσε ένα ισχυρό ράπισμα στις ζωές μας. Έφερε σε απόγνωση πολλές οικογένειας, αναστάτωσε τις ζωές μας. Όμως, η χειρότερη μορφή κρίσης είναι η πολιτισμική και αυτή έχει το μεγάλο μερτικό στην οικονομική κρίση. Ετοιμαστήκαμε βήμα το βήμα, σε σημείο που γινήκαμε άλλοι άνθρωποι. Εγκαταλείψαμε βασικές αξίες. Η αυτοσυγκράτηση καιν ο σεβασμός στη φύση έγινε αλαζονεία. Επικράτησε ο ατομικισμός και ατόνησε η αλληλεγγύη μέσα στις οικογένειας αλλά και στις γειτονιές. Οι άνθρωποι ξέχασαν τις υποχρεώσεις τους και προέβαλαν μόνο αιτήματα. Μια τέτοια κατάσταση ευνοεί οποιαδήποτε οικονομική κρίση.

 

 

«Π»: Φταίει ο λαός όταν παραπλανάται ή εξαπατάται;
ΕΥ.ΑΥ.: Το δις εξαμαρτείν ου ανδρός – ή και γυναικός – σοφού, λέγανε οι παλιοί. Με άλλα λόγια, η παραπλάνηση, η εξαπάτηση, είναι το αποτέλεσμα όσων μετέρχεται ο εξαπατών. Που ωστόσο γνωρίζει την ψυχολογία των ανθρώπων, στους οποίους απευθύνεται. Προφανώς, υπάρχει ευθύνη και των παραπλανημένων. Είναι αποτέλεσμα της επιδερμικής αντιμετώπισης των πραγμάτων. Συχνά, τα παθήματα δεν γίνονται παθήματα. Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και κακή του μοίρα, λέει ο λαός. Αν δεν υπάρχει αντίσταση, σημαίνει πως ξεχνάμε.

 

 

 

«Π»: Πόσο μας ενδιαφέρει η αναζήτηση της ατομικής ευθύνης;
ΕΥ.ΑΥ.: Η ατομική ευθύνη είναι αναπόσπαστο τμήμα μιας διαδραστικής σχέσης ανάμεσα στην ομάδα και το άτομο. Αν αποκλείσουμε την ευθύνη του ατόμου, οδηγούμαστε στη δημιουργία μιας άβουλης μάζας. Ωστόσο, η ανάδειξη της ατομικής και μόνο ευθύνης μπορεί να δυσχεράνει την κατανόηση αυτής αλληλοδιάδρασης.

 

 

«Π»: Οι διανοούμενοι μιλούν μέσω των έργων τους, είναι αρκετό αυτό;
ΕΥ.ΑΥ.: Ο ρόλος του διανοούμενου είναι, αναμφισβήτητα, να ανταποκρίνεται σωστά στην πνευματικό του έργο. Να δημιουργεί, σ’ οποιονδήποτε τομέα δραστηριοποιείται. Είναι αυτό το έργο που του προσδίδει ιδιαίτερη θέση στο κοινωνικό σύνολο. Ωστόσο, οι διανοούμενοι είναι κοινωνικά όντα και τότε καταξιώνονται κοινωνικά, όταν κατανοούν την υποχρέωση να ανησυχούν για όσα συμβαίνουν και να προσθέτουν το ειδικό τους βάρος στην αντιμετώπιση πολιτισμικών, οικολογικών και κοινωνικών προβλημάτων.

 

 

«Π»: Η τηλεόραση, το διαδίκτυο, τα social media πώς μεταμόρφωσαν τη ζωή μας; Τι θετικό ή αρνητικό βλέπετε σε αυτή τη μορφή τεχνολογίας;
ΕΥ.ΑΥ.: Η τεχνολογική επανάσταση δεν μπορούσε να μην επηρεάσε τη ζωή μας. Όλα όσα αναφέρετε, μετέβαλαν την αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Επέδρασαν στην επικοινωνία και συνέδραμαν στην αντιμετώπιση πολλών προβλημάτων. Όπως κάθε καινούριο, είχε και αρνητικές παρενέργεια. Κατάργησε την ιδιωτικότητα και πολλαπλασίασε τη δυνατότητα ελέγχουν της καθημερινότητας των άλλων. Πρωτίστως, διόγκωσε τον ατομικισμό, μια και οι άνθρωποι δεν είναι αναγκαίοι να συναθροίζονται για να συνεργαστούν. Ακόμη, η τεχνολογία οδήγησε σε εξάρτηση και σε υποτίμηση πολλών μορφών ζωής. Αλλά όλες αυτές οι παρενέργειες δεν μπορούν να μας κάνουν να δαιμονοποιήσουμε την τεχνολογία. Σ΄ αυτό το σημείο είναι και η ατομική ευθύνη αλλά και η οικογενειακή, καθώς και των αρμόδιων φορέσων (εκπαίδευση, κράτος), για να δημιουργήσουν το κατάλληλο πλαίσιο.

 

 

«Π»: Είναι ασκητισμός και αγάπη ή τι άλλο είναι η λογοτεχνία για εσάς;
ΕΥ.ΑΥ.: Η λογοτεχνία είναι καταβύθιση στον εαυτό μου. Η ανάγκη να γνωρίσω τον εαυτό μου μέσα από τους άλλους. Είναι περιπέτεια σ’έναν άγριο ωκεανό. Δεν είναι πάντως επιβίβαση σε μια πλαστική βάρκα και ταξίδι στην πισίνα του σπιτιού μου. Αν η λογοτεχνία είναι μια αναμέτρηση με τον εαυτό μου, στο τέλος γίνεται το μέσο για ένα ταξίδι συνάντηση με τους συνανθρώπους.

 

«Π»: Έχετε πλούσιο συγγραφικό έργο. Τί ξεχωρίζετε;
ΕΥ.ΑΥ.: Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάτι. Είναι κάθε βιβλίο ένας κόμπος σ’ αυτό το ταξίδι αυτογνωσίας και διερεύνησης των ανθρώπινων. Σχηματικά μιλώντας πως η αρχή του ταξιδιού έχει μκια γοητεία και τροφοδοτεί τη μνήμη. Θυμάμαι τη διατριβή μου για την πόλη της Πρέβεζας, με την οποία άπλωσα τα πανιά του επιστημονικού μου ιστιοφόρου. Θυμάμαι με τρυφερότητα και τη συλλογή διηγημάτων μου (Το βλέμμα στον τοίχο με τη μαντανία, Ελληνικά Γράμματα 2001), με την οποία άνοιξα την πόρτα της λογοτεχνίας.

 

 

«Π»: Τα βιβλία σας τί πιστεύετε πως προσφέρουν στον αναγνώστη;
ΕΥ.ΑΥ.: Τα βιβλία τα επιστημονικά ερευνούν θέματα προφορικού πολιτισμού (παραμύθια, βρικόλακες, φαντάσματα, λαϊκή πίστη) αλλά και κοινωνικών σχέσεων και πολιτισμικών ταυτοτήτων (οργάνωση του χώρου, αλλαγές στις συμπεριφορές – π.χ. τα γραφεία συνοικεσίων, η αστικοποίηση διαφόρων ομάδων). Σε ό,τι αφορά τη λογοτεχνία, μ΄ ενδιαφέρουν πολύ τα οντολογικά ζητήματα. Ο θάνατος, η ξενιτιά, η μοναξιά, η μνήμη. Οι κοινωνικές νόρμες που συνθλίβουν τα άτομα. Η λογοτεχνία δίνει τη δυνατότητα στα άτομα να μιλήσουν για τους εαυτούς τους. Σε ό,τι αφορά το τι προσφέρουν στους αναγνώστες και τις αναγνώστριες, δηλώνω αναρμόδιος. Προσωπικά φιλοδοξώ να μου κάνουν την τιμή να αφιερώσουν λίγο από τον προσωπικό τους χρόνο σ’ ένα διάλογο με κάποιο βιβλίο μου.

 

 

«Π»: Ποιά είναι τα θετικά και τα αρνητικά της παγκοσμιοποίησης, κατά τη γνώμη σας;
ΕΥ.ΑΥ.: Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι ένα τωρινό φαινόμενο. Αυτό ξεκίνησε από τον 19ο αιώνα. Στην εποχή μας έχει πάρει υπερβολικές διαστάσεις, σε σημείο που ο κόσμος αντιμετωπίζεται ως μια γειτονιά. Πάντως, μακριά η δαιμονοποίηση οποιουδήποτε φαινομένου. Η επιστήμη αναπτύσσεται, η τεχνολογία εξελίσσεται κι αυτά έχουν διαμορφώσει νέες συνθήκες. Προφανώς, η διαμόρφωση μας πολιτικής και οικονομικής κυριαρχίας είναι αρνητικές επιπτώσεις. Ελέγχονται οι βουλήσεις και τα ισχυρά κράτη επιβάλλουν τις βουλήσεις τους δημιουργώντας καταναλωτικά πρότυπα και πολιτισμικές πρακτικές, που υπονομεύουν τις τοπικές ιδιαιτερότητες, τα ενεργειακά αποθέματα αλλά και προκαλώντας περιφερειακούς πολέμους. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει εναντίωση στην παγκοσμιότητα. Υπάρχουν κοινά προβλήματα και επιβάλλεται η παγκοσμιοποίηση της συνεργασίας για την αντιμετώπισή τους.

 

 

«Π»: Αρθρογραφείτε σε περιοδικά και εφημερίδες. Ποιά είναι κυρίως η θεματολογία σας;
ΕΥ.ΑΥ.: Εξαρτάται από το μέσο. Συνήθως, εστιάζω σε πολιτισμικά ζητήματα. Στην ανάδειξη της ανθρώπινης ευαισθησίας. Το μέσο επικοινωνίας είναι, για μένα, μια πλατφόρμα για να συνομιλήσω με άλλους ανθρώπους, όχι ένας τρόπος να επιδείξω γνώσεις.

 

«Π»: Εργαστήκατε πολλά χρόνια ως εκπαιδευτικός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Τι λάθος κάνουμε με τα παιδιά μας;
ΕΥ.ΑΥ.: Έχω την αίσθηση πως ένα μέρος των γονέων δεν αφήνουν τα παιδιά τους να ωριμάσουν. Ακόμη και με τις αποτυχίες τους. Θα έλεγα όμως ότι το σοβαρότερο ζήτημα είναι η αδυναμία εξεύρεσης χρόνου για επικοινωνία. Οι ιδέες πως αρκούν να εξασφαλίσουμε υλικά αγαθά στα παιδιά και να τους αφιερώσουμε κάποιες μαζεμένες ώρες, προκαλεί μια σειρά ζητήματα. Πρώτα απ΄όλα, οι γονείς οφείλουν να καλλιεργήσουν την αίσθηση πως η οικογένεια είναι μια ομάδα, που μοιράζεται κοινό χρόνο. Πως το κοινό τραπέζι, έστω και κάποιες μέρες, είναι μια ανάγκη για όλους, όχι αγγαρεία.

 

 

«Π»: Τι χάνουν τα παιδιά με την προσήλωσή τους σε κινητά και υπολογιστές;
ΕΥ.ΑΥ.: Επιστρέφουμε και πάλι στο θέμα της τεχνολογίας. Το κινητό προσφέρει. Η υπερβολή δημιουργεί εξάρτηση. Στερεί από τα παιδιά τον χρόνο της συνάντησης με τους φίλους/φίλες. Τη συνομιλία και τα κοινά αισθήματα. Στερεί χρόνο για διάβασμα και σκέψη. Όταν συνδυάζονται , μπορούν τα κινητά να προσφέρουν πολύ περισσότερα.

 

«Π»: Νέοι και γλώσσα.
ΕΥ.ΑΥ.: Οι μεγαλύτεροι νομίζουν πως αυτοί είχαν, ως νέοι, καλύτεροι σχέση. Είναι μέγα λάθος. Οι νέοι πάντα είχαν τη δική τους γλώσσα, που επιβάλλεται και από την ανάγκη διαφοροποίησής τους από τους μεγαλύτερους. Στις μέρες μας χρειάζεται βέβαια ιδιαίτερη φροντίδα όχι μόνο στην εκπαίδευση. Συνήθως τα μέσα ενημέρωσης προσφέρουν κακές υπηρεσίες σ΄ αυτό τον τομέα. Τα Ελληνικά που ακούγονται έχουν πολλά προβλήματα.

 

«Π»: Συγγραφικά μελλοντικά σχέδια;
ΕΥ.ΑΥ.: Πολλά τα σχέδια, όμως ένα είναι στον δρόμο της άμεσης υλοποίησης. Προς το τέλος Απριλίου εκδίδεται το καινούριο μου μυθιστόρημα με τίτλο «Οδός Οφθαλμιατρείου», εκδόσεις Εστία. Αρχίζει ένας μαραθώνιος επικοινωνίας.