Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Συνέντευξη : ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ, Συνθέτης

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ«Η αυτοσχεδιαζόμενη
μουσική είναι ο αντίποδας
της κλασικής κουλτούρας και
ως καλλιτέχνης χρειάζομαι
και τις δύο σε ισορροπία»


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΜΑΙΡΗ ΓΚΙΩΝΗ – ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ


Ο Παναγιώτης Θεοδοσίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1964. Σπούδασε πιάνο με την Έφη Αγραφιώτη, Ανώτερα Θεωρητικά και Σύνθεση με τον Μιχάλη Τραυλό και Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μαθήτευσε ακόμη κοντά στους Michel Merlet, Θεόδωρο Αντωνίου και Γιάννη Τερεζάκη. Έχει ασχοληθεί με την Jazz και τον αυτοσχεδιασμό ενώ δίδαξε και διδάσκει πιάνο και θεωρητικά σε Ωδεία της Αθήνας. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος Σύνθεσης («Σύνθεση Ενόργανης και Φωνητικής Μουσικής») από το Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου.
Η συνθετική του δραστηριότητα περιλαμβάνει έργα για πιάνο, έργα μουσικής δωματίου αλλά και συμφωνικής μουσικής καθώς και μουσική για τον κινηματογράφο. Παράλληλα ασχολείται με την ενορχήστρωση και την jazz arrangement έχοντας στο ενεργητικό του πολυάριθμες συμφωνικές μεταγραφές, αλλά και τη δημιουργία αντίστοιχων μικρών συνόλων στα οποία συμμετέχει ως μαέστρος και πιανίστας. Το έργο του «Between Times» για κλαρινέτο, βιόλα και πιάνο επιλέχθηκε από την Διεθνή Εταιρεία Συνθετών (ISCM) να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στις Διεθνείς Μουσικές Μέρες του 2018 στο Φεστιβάλ Σύγχρονης Μουσικής του Πεκίνου. Προσωπικός διαδικτυακός τόπος: www.ptheodosiou.gr

 

«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιο περιβάλλον μεγαλώσατε;

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ: Οι γονείς μου δεν είχαν ιδιαίτερη μόρφωση. Την μητέρα μου την έχασα από νωρίς. Ο αδελφός μου κι εγώ μεγαλώσαμε στα χέρια της δεύτερης συζύγου του πατέρα μου, έναν εξαιρετικό άνθρωπο που του οφείλουμε πολλά. Ο πατέρας μου είχε το «μικρόβιο» της μουσικής καθώς ερχόμενος από τη Χίο με την οικογένεια του, μικρό παιδί ακόμη την δεκαετία του ‘30 μεγάλωσε στον Πειραιά, εκεί που το ρεμπέτικο τραγούδι ανδρωνόταν και σχετίστηκε προσωπικά και δημιουργικά με τους μεγάλους εκείνης της εποχής. Τον Μπάτη, τη Ρόζα (Εσκενάζυ), τον Παπαϊωάννου. Στο σπίτι μας υπήρχε πάντα ένα τρίχορδο μπουζούκι και μια κιθάρα του ξακουστού οργανοποιού Ζοζέφ κατασκευής 1910. Απομεινάρια μιας καριέρας που δεν πραγματώθηκε ποτέ.

 

«Π»: Τι σας ώθησε στις κλασικές σπουδές θεολογίας και μουσικής (πιάνο – σύνθεση);

Π.Θ.: Σε ό,τι αφορά το ενδιαφέρον μου για τη θεολογία μάλλον αυτό οφείλεται από τη μία στις φιλοσοφικές ανησυχίες που είχα από μικρός, αλλά από την άλλη και στη συνάντηση μου με τα πατερικά κείμενα στα οποία οι ατέλειωτοι προβληματισμοί μου βρήκαν το καταφύγιο τους έπειτα από μακρά πορεία αναζήτησης σε θρησκείες της Ανατολής και φιλοσοφίες της Δύσης. Η μουσική από την άλλη ήταν πάντα για μένα μια εσωτερική γλώσσα που συνόδευε κάθε στιγμή της ζωής μου – διόλου άσχετη με τους παραπάνω προβληματισμούς. Θυμάμαι τον εαυτό μου από πολύ μικρή ηλικία να προσπαθεί να παράγει ήχο και μελωδία από οποιοδήποτε όργανο έπεφτε στα χέρια μου. Ήταν μια φυσική ροπή που οδήγησε στη μουσική γραφή από πολύ νωρίς και μάλιστα χωρίς την καθοδήγηση κάποιου δασκάλου. Αργότερα, στα τελευταία χρόνια του Γυμνασίου και τα πρώτα του Λυκείου, οι προσωπικές μου απαιτήσεις αυξήθηκαν με αποτέλεσμα να ξεκινήσω επιτέλους μαθήματα πιάνου. Στάθηκα τυχερός γιατί οι πρώτες μου δασκάλες ήταν ξεχωριστές μορφές και οι δύο γηραιές: Η Νίνα Παπαδοπούλου, προερχόμενη εκ Ρωσίας με ιδιαίτερη παιδεία και η Λώρα Μαυρομάτη, που ήταν και συνθέτρια. Και φυσικά ευτυχώς για μένα συνέχισα με δασκάλους αγαπημένους όπως η Έφη Αγραφιώτη στο πιάνο και ο Μιχάλης Τραυλός στη σύνθεση. Η μαθητεία κοντά τους μου αποκάλυψε ένα – ένα τα μυστήρια της μουσικής. Σημαντικοί επίσης για τη μουσική μου κατάρτιση ήταν στη συνέχεια ο πρόσφατα θανών Θόδωρος Αντωνίου, Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών για τις τελευταίες δεκαετίες και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης – δεν θα ξεχάσω τη στήριξη του σε διάφορες φάσεις της μουσικής μου ζωής – ο Michel Merlet, Διευθυντής, τότε, Θεωρητικών Σπουδών στην Ecole Normale στο Παρίσι καθηγητής στο Conservatoire, και ο Γιάννης Τερεζάκης, ο τόσο ξεχωριστός πιανίστας και μαέστρος της ΕΡΤ, που χάσαμε επίσης πρόσφατα και που με μύησε, μαζί με τη σύζυγο μου, στα άλλα μυστικά, αυτά της Jazz.

 

 

«Π»: Απίστευτες οι ώρες μελέτης και πειθαρχίας για τους μουσικούς και για τους συνθέτες, είναι ας πούμε σαν τον πρωταθλητισμό; Ποια τα προσόντα του συνθέτη;

Π.Θ.: Είναι αλήθεια πως για να ασχοληθεί κανείς σοβαρά με τη μουσική απαιτείται απόλυτη και αδιάσπαστη αφοσίωση – χωρίς έλεος – ανάμεσα στο χρόνο. Πρόκειται για μια γλώσσα που για να μπορείς να την «μιλήσεις» είναι απαραίτητο να της αφιερωθείς ολοκληρωτικά. Δεν πρόκειται για «αθλητικό» πρωταθλητισμό, μα για μια διαφορετική καθημερινότητα πνευματικής υφής που διαφέρει τόσο πολύ από τις άλλες. Μονάχα καλλιτέχνες ίσως μπορούν να κατανοήσουν την – για τους άλλους – «υπερβολή» στην οποία βρίσκονται. Τα προσόντα του συνθέτη πρέπει να είναι εξυπνάδα, η έμπνευση, η τιμιότητα και η οικονομία στην έκφραση, η αυστηρότητα με τον εαυτό του και το έργο του, η το δυνατόν πληρέστερη μόρφωση σε ότι αφορά τις τεχνικές σύνθεσης και οργανογνωσίας του παρελθόντος, αλλά και η γνώση ίσως περί παντός επιστητού. Ο κόσμος αλλάζει και ο συνθέτης θα πρέπει με τα εφόδια του παρελθόντος να αλλάζει το μέλλον.

 

«Π»: Εκπαιδεύεται σήμερα ο κόσμος ώστε να θέλει ν΄ακούει περισσότερο κλασσική μουσική; Πώς;

Π.Θ.: Δυστυχώς το περιβάλλον που ζούμε δεν ευνοεί καθόλου την εκπαίδευση του «ακροατή» που θα θέλαμε να τον λέμε «πολιτισμένο άνθρωπο». Ο σύγχρονος πολιτισμός ούτε σύγχρονος είναι (πόσο άραγε έχουμε προαχθεί ηθικά…;) ούτε πολιτισμός. Δεν θα ήθελα να μπω σε λεπτομέρειες, νομίζω πως όλοι κατανοούμε με παρόμοιο τρόπο το παραπάνω, αρκεί να λάβουμε υπ’ όψη μας το επίπεδο των μεγάλων καθημερινών μας «δασκάλων»: της τηλεόρασης και των κάθε είδους Μ.Μ.Ε. – για να μην μιλήσω για την «οργανωμένη» παιδεία μας. Είναι βέβαια αλήθεια, και αυτό είναι ελπιδοφόροι ότι οι νέες γενιές – με τις οποίες έχω την τύχη να είμαι σε καθημερινή επαφή – είναι περισσότερο «πρακτικές» σ’αυτόν τον τομέα. Προχωρούν και υπερβαίνουν κάθε λογής προβλήματα αυτής της τάξης, δείχνοντας πολλές φορές το δρόμο τον εναλλακτικό και διδάσκοντας εμάς τους μεγαλύτερους. Αυτό που τους λείπει είναι συνήθως η θεωρητική βάση και η «στάση» στη λεπτομέρεια. Πρόκειται, δίχως άλλο, για μια διαλεκτική μάλλον «πολεμικού» χαρακτήρα που συμβαίνει ανάμεσα μας… άλλοτε με εκπληκτικά αποτελέσματα, άλλοτε με ολέθρια.

 

«Π»: Έχετε γράψει ένα μεγάλο αριθμό ορχηστρικών έργων. Πώς επιτυγχάνεται η επικοινωνία – αλληλεπίδραση των μουσικών της ορχήστρας με το συνθέτη;

Π.Θ.: Η γραφή για την ορχήστρα είναι πάντα μια πρόκληση τόσο για τον αρχάριο όσο και για τον έμπειρο συνθέτη. Απαιτείται τεράστιος όγκος γνώσης, αλλά και συνειδητοποίησής της. Βέβαια υπάρχει ο «ενδιάμεσος», ο ερμηνευτής, που στην περίπτωση μας είναι ο αρχιμουσικός που αναλαμβάνει να «διδάξει» το έργο του συνθέτη στην ορχήστρα. Από την άλλη, η ορχήστρα δεν είναι ένα απρόσωπο σύνολο, αλλά πολλοί ξεχωριστοί και συνήθως έμπειροι, ικανοί μουσικοί που έχουν τις δικές τους απόψεις με τις οποίες συμβάλλουν στην ερμηνεία του έργου. Θα πρέπει ο συνθέτης να σέβεται και να κατανοεί τον τρόπο σκέψης και δράσης τους. Για να μπορέσει να έχει πρακτικό αποτέλεσμα. Αλλιώς θα χαθεί στη μετάφραση…

 

«Π»: Πώς είναι η ζωή του συνθέτη στην Ελλάδα της κρίσης;

Π.Θ.: Θα έλεγα, όπως και κάθε άλλη ζωή επαγγελματία στην Ελλάδα. Και το λέω αυτό με την προϋπόθεση ότι γνωρίζουμε πως ποτέ δεν υπήρξε το αντίστοιχο επάγγελμα στη χώρα μας – και το εννοώ ως πραγματικό επάγγελμα που θα ήταν επαρκές για να συντηρήσει μια ζωή ή ακόμη περισσότερο μια οικογένεια. Συνήθως αυτό που θα μπορούσε να κάνει ικανοποιητικά κάτι τέτοιο είναι το επάγγελμα του «επιτυχημένου» εμπορικού τραγουδοποιού που όλοι γνωρίζουμε από τα καθημερινά μέσα επικοινωνίας. Αλλά και αυτό νομίζω περνά επίσης κρίση. Οι «παχιές» αγελάδες τελείωσαν και αυτό είναι μάλλον και ελπιδοφόρο… Σήμερα ο μέσος συνθέτης στην Ελλάδα και τον κόσμο ζει ουσιαστικά από τη διδασκαλία.

 

«Π»: Συμβουλεύετε τους μαθητές σας να ακολουθήσουν επαγγελματικά τη μουσική; Μπορούν με αυτήν να βιοποριστούν;

Π.Θ.: Βεβαίως! Όσο και αν τα σημάδια της κρίσης είναι παρόντα η ζωή συνεχίζεται και οι ευκαιρίες πάντα υπάρχουν. Κανείς ως νέος θα πρέπει να έχει πάντα στο νου του την βαθύτερη επιθυμία της ενασχόλησης της ζωής του. Δεν παίζουμε με αυτά τα πράγματα. Μόνο τότε θα παλέψει πραγματικά και θα κερδίσει με την αξία του. Κάθε δυσκολία νικάται μόνο με την προσωπική προσπάθεια και την επιμονή. Αυτό είναι αρκετά εμφανές και στο εξωτερικό όπου οι ευκαιρίες είναι περισσότερο ανοιχτές και αξιοκρατικές, γιατί στην Ελλάδα έχουμε έλλειμμα…

 

«Π»: Ποιο το μέλημα κι οι υποχρεώσεις σας ως Καλλιτεχνικός Δ/ντής στο Καλογεροπούλειο Ίδρυμα;

Π.Θ.: Ανέλαβα τη διεύθυνση του Καλογεροπούλειου Ωδείου – κυρίως τμήμα του Ιδρύματος που άφησε πίσω του ως κληροδότημα ο Νικόλαος Καλογερόπουλος, διαπρεπής Έλληνας της Ελβετίας και διακεκριμένης προσωπικότητας στον εκεί χώρο των επιστημών και της φιλοσοφίας – με αίσθηση ευθύνης και πιστεύοντας βαθιά στους οραματισμούς αυτού του σπάνιου ανθρώπου. Πρόκειται για μια εταιρεία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που στόχο έχει την πολιτιστική επιμόρφωση του Κορινθιακού κοινού και ειδικότερα της νεολαίας του. Βασικό μέλημα δικό μου όσο και των εξαιρετικών συνεργατών μου, ανάμεσα στους οποίου βρίσκονται ο Αλέξης Θεοφυλάκτου, προεξάρχων της Ορχήστρας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, η ξεχωριστή σοπράνο Βάσια Ζαχαροπούλου και πολλοί αξιόλογοι καλλιτέχνες είναι να φροντίσουμε για τους 200 και πλέον σπουδαστές μας, αλλά και να προσελκύσουμε και άλλους. Το Δ.Σ. του Ιδρύματος άλλωστε επιλέγει τις δράσεις και την εκπαιδευτική του πορεία με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο προς αυτή την κατεύθυνση.
Οι ετήσιες υποτροφίες που έχουν γίνει πια θεσμός, αλλά και τα χρησιδάνεια οργάνων που δίνονται στους μαθητές μας είναι ένα δείγμα της διαρκούς προσφοράς του.

 

 

«Π»: Είστε ακόμη αντιπρόεδρος του Μουσικού και Πολιτιστικού Συλλόγου Ψυχικού «Η ΕΥΤΕΡΠΗ». Μιλήστε μας για τη δράση του.

Π.Θ.: Ο σύλλογος αυτός ιδρύθηκε το 2008 με την πρωτοβουλία του προεδρεύοντος Τάσου Ξηράκη, μαέστρο και καθηγητή θεωρητικών στο Ωδείο Αθηνών. Σκοπός του είναι η καλλιέργεια της μουσικής τέχνης ιδιαίτερα μεταξύ των νέων και γενικά η ανάπτυξη της μουσικής παιδείας των κατοίκων του Ψυχικού. Αριθμεί σήμερα πάνω από 50 μέλη και οι δράσεις του περιλαμβάνουν οργάνωση καλλιτεχνικών και επιμορφωτικών εκδηλώσεων ιδιαίτερα υψηλού επιπέδου. Άριστο δείγμα των παραπάνω είναι η συγκρότηση της Ορχήστρας Νέων Ψυχικού, η οποία απαρτίζεται κυρίως από νέους μουσικούς έχοντας στο ενεργητικό της πια πολλές και εξαιρετικές εμφανίσεις. Η συμμετοχή δε και άλλων συνόλων όπως η Μικτή Χορωδία Ψυχικού, η Χορωδία Επιστημόνων Φιλοθέης διαμορφώνουν ένα δυναμικό που δίνει το παρών του από την ίδρυση του Συλλόγου. Κάθε χρόνο, εκτός από τις εορταστικές συναυλίες (Χριστούγεννα – Πάσχα) είναι θεσμοθετημένες δύο ακόμη. Των Νέων Καλλιτεχνών στην οποία νέοι και ταλαντούχοι καλλιτέχνες κάθε ηλικίας έχουν την ευκαιρία να παρουσιάσουν τη δουλειά τους καθώς και η Συναυλία για Φιλανθρωπικούς Σκοπούς τα έσοδα της οποίας δωρίζονται κάθε χρόνο σε διαφορετικά ιδρύματα ή κοινωφελείς οργανισμούς.

 

 

«Π»: Έχετε δημιουργήσει παιδικά και εφηβικά χορωδιακά καθώς και ενόργανα σύνολα. Μιλήστε μας για την ανταπόκριση των παιδιών.

Π.Θ.: Τα παιδιά δεν παύουν πάντα να σε ξαφνιάζουν και να σε εντυπωσιάζουν με τις επιλογές και τις ευκαιρίες που σου δίνουν να μάθεις. Πρόκειται για την καλύτερη μαθητεία ενός δασκάλου.
Ασχολούμαι με τη δημιουργία και διαχείριση μουσικών συνόλων από μικρές ηλικίες ήδη από την δεκαετία του ’90. Η εμπειρία και οι γνώσεις που αποκόμισα δεν περιγράφονται. Από τις μικρές ομάδες ως τη σύμπραξη μεγάλων χορωδιών και, η ευθύνη που αναλαμβάνεις δεν είναι απλώς μουσική και οργανωτική. Είναι κυρίως παιδαγωγική και αυτό αλλάζει τελείως τον τρόπο προσέγγισης. Η ανταπόκριση των παιδιών είναι γεμάτη από άκρατο ενθουσιασμό απλόχερα μοιρασμένο μαζί σου και το αποτέλεσμα σχεδόν πάντα υπερβαίνει σε συγκινησιακή φόρτιση ακόμη και τις σπουδαιότερες στιγμές καλλιτεχνικής έκφρασης των έμπειρων και επαγγελματιών μουσικών.

 

«Π»: Ποιο το όραμά σας;

Π.Θ.: Το όραμα μου για την μουσική τέχνη είναι – αν μπορούσα να το συνοψίσω σε λίγες γραμμές – η ανασκευή της τρέχουσας φθοροποιού πραγματικότητας, της καταδικασμένης μέσα στην εντροπία, με την αποτύπωση και «κοινωνία» – «μέθεξη» αν το θέλετε – της άλλης, αυτής που ο δημιουργός οραματίζεται και πιστεύει βαθιά και αμετακίνητα ως πιο πραγματική. Ως μόνη ελπίδα φωτός σε ένα κόσμο που παλεύει μέσα στις αποχρώσεις του γκρίζου και του μαύρου.

 

«Π»: Τι είναι για εσάς η Jazz μουσική;

Π.Θ.: Για μένα η Jazz και γενικότερα η αυτοσχεδιαζόμενη μουσική είναι ο όμορφος αντίποδας της κλασικής κουλτούρας. Προσωπικά για να νοιώσω πλήρης ως καλλιτέχνης χρειάζομαι και τις δύο αυτές γλώσσες σε ικανή ισορροπία και διαλεκτική. Η απαιτήσεις ενός αξιόλογου αυτοσχεδιασμού βρίσκονται στη βάση της κλασικής εκπαίδευσης, αλλά και αυτές μιας αξιόλογης ερμηνείας στις απαρχές της πρωτοτυπίας της στιγμής. Εξ άλλου η Jazz σήμερα έχει απομακρυνθεί πια από τα προηγούμενα στυλιστικά της πρότυπα δίνοντας τη σκυτάλη σε μια περισσότερο χειραφετημένη μουσική γλώσσα που έχει στη φαρέτρα της όλα τα στοιχεία του δικού της παρελθόντος, ως βάση τον αυτοσχεδιασμό, αλλά και την τεχνογνωσία της σύγχρονης μουσικής εν γένει.

 

«Π»: Ποια τα καλλιτεχνικά μελλοντικά σχέδια;

Π.Θ.: Τα απώτερα σχέδια μου είναι πολλά και αφορούν κυρίως την αναζήτηση ευκαιριών για μουσική σκέψη και πράξη, αλλά και επικοινωνία. Τα πιο άμεσα όμως, που είναι και πιο συγκεκριμένα είναι τα εξής: Ετοιμάζω για τον Μάιο δύο παρουσιάσεις έργων μου από το βήμα του Τρίτου Προγράμματος και από την εκπομπή «Συναυλίες στο Τρίτο» με την πρωτοβουλία του Διευθυντή του Πανταζή Τσάρα. Η πρώτη αφορά το ρεσιτάλ του πιανίστα Θοδωρή Τζοβανάκη με το έργο μου «Scenes from Ancient Greece» και η δεύτερη τη συναυλία του εναλλακτικού κουαρτέτου «IXNOS» με την «Jazz Trio Suite» μου για φλάουτο, πιάνο και μπάσο με συμμετοχή ντραμς. Επίσης τον ίδιο μήνα η Χιλιανή τσελίστα Fabiola Ojeda θα ερμηνεύσει στο Μικροσκοπικό Θέατρο στην Πλάκα το έργο μου «Eros» για σόλο τσέλο ενώ προς το τέλος αυτής της σεζόν ο κοντραμπασίστας Γιώργος Αρνής θα παίξει ένα από τα τελευταία μου έργα, «Affliction» για σόλο κοντραμπάσο, γραμμένο αρχικά κατά παραγγελία του Thierry Barbe – 1ο κοντραμπάσο της ορχήστρας του Παρισιού – και αφιερωμένο στα θύματα της πρόσφατης φονικής πυρκαγιάς στο Μάτι. Τέλος, το καλοκαίρι που μας έρχεται, η σοπράνο Μαργαρίτα Συγγενιώτου με τον Χρήστο Μαρίνο στο πιάνο, στα πλαίσια της συμμετοχής τους στο φετινό Μουσικό Φεστιβάλ Χίου, θα ερμηνεύσουν το «Έρως δ’ετίναξέ μοι φρένας,..» για σόλο βιολοντσέλο βασισμένο στο πρωτότυπο αρχαιοελληνικό κείμενο αποσπασμάτων από ποιήματα της Σαπφούς.