Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Μερικές διαπιστώσεις για την κατάσταση στα δημόσια Γυμνάσια και Λύκεια

Γράφει ο
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΟΥΔΙΩΤΗΣ

Είμαι πολλά χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση και έχω υπηρετήσει σε όλους τους τύπους σχολείων, ως καθηγητής, υποδιευθυντής και διευθυντής. Πριν από τον διορισμό μου στο Δημόσιο δίδαξα σε διάφορα φροντιστήρια. Με την εμπειρία μου αυτή θέλω να εκθέσω τις διαπιστώσεις μου για την κατάσταση της δημόσιας δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σήμερα.

Όσο περνάνε τα χρόνια η απαξίωση του δημόσιου σχολείου – Γυμνασίου, Γενικού και Επαγγελματικού Λυκείου – αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο, παρότι το επίπεδο των εκπαιδευτικών γίνεται όλο και καλύτερο.
Ειδικά τα τελευταία χρόνια, έχει απαξιωθεί πλήρως η λεγόμενη γενική παιδεία, δηλαδή η μόρφωση. Προάγονται ή απολύονται όλοι οι μαθητές με μέσο όρο 9.5, ανεξαρτήτως της βαθμολογίας τους στα γραπτά διαγωνίσματα ή σε μαθήματα όπως τα Μαθηματικά, η Γλώσσα, τα Αρχαία Ελληνικά, η Φυσική κ.τ.λ.
Ειδικότερα στο Λύκειο, ο βαθμός του απολυτηρίου και η προφορική βαθμολογία των μαθημάτων, ακόμα και αυτών που εξετάζονται πανελλαδικά για εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, δεν λαμβάνονται υπόψη. Υπολογίζονται μόνο οι γραπτοί βαθμοί σε τέσσερα μόνο μαθήματα.
Όλα αυτά έχουν οδηγήσει στην παράδοση της «δωρεάν» δημόσιας εκπαίδευσης στην αρκετά ακριβή φροντιστηριακή «εξειδίκευση». Το δημόσιο σχολείο υποβαθμίζεται συνεχώς και απαξιώνεται από μαθητές και γονείς.
Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, το πρόβλημα επιτείνεται λόγω της αβεβαιότητας σχετικά με το μέλλον των μαθητών της Α΄ και κυρίως της Β΄ Λυκείου, την οποία προκαλούν οι παλινωδίες και οι συνεχείς αναβολές της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας σε σχέση με τα προγράμματα σπουδών και το σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση,
Επειδή όμως οι μαθητές θέλουν σαφείς κανόνες, γνωστούς πολύ πριν από την έναρξη αρχή του σχολικού έτους, τα μαθησιακά και τα ψυχολογικά προβλήματα αυξάνονται συνεχώς. Και οι υπουργικές «διευκολύνσεις» μάλλον κακό κάνουν, αφού αποσυντονίζουν τα παιδιά και τα κατευθύνουν στην ήσσονα προσπάθεια.
Σε ό,τι αφορά την Τεχνική εκπαίδευση, αυτή συρρικνώνεται συνεχώς, γιατί μοναδική έγνοια του Υπουργείου είναι η σύνδεσή της με την εισαγωγή στα ΤΕΙ και στα ΑΕΙ. Οι υπόλοιποι στόχοι, όπως η παροχή επαγγελματικών γνώσεων και δεξιοτήτων για την πρόσβαση στην αγορά εργασίας, η πρόσληψη και αφομοίωση των νέων γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων, έχουν ουσιαστικά εγκαταλειφθεί.
Αυτή η απαράδεκτη κατάσταση στα Γυμνάσια και στα Λύκεια επιτείνεται και από τις σοβαρές ελλείψεις σε υλικοτεχνικές υποδομές και τις άθλιες σε πολλές περιπτώσεις κτιριακές υποδομές, που είναι αποτέλεσμα της ελλιπούς χρηματοδότησης των Δήμων για τις λειτουργικές δαπάνες των σχολείων και για της συντήρηση- επισκευή των διδακτηρίων.
Χωρίς να παραγνωρίζω τον κομβικό ρόλο του εκπαιδευτικού στη διάχυση της γνώσης και στην καλλιέργεια της παιδείας, θεωρώ ότι οι επαρκείς και άνετοι χώροι διδασκαλίας, που επιτρέπουν την ανάπτυξη και άλλων εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων, δημιουργούν το κατάλληλο πλαίσιο για την ενίσχυση της μαθησιακής διαδικασίας.