Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Συνέντευξη : ΣΠΥΡΟΣ ΡΩΜΑΝΟΣ, Εικαστικός. Mαίρη Λαρεντζάκη

ΣΠΥΡΟΣ ΡΩΜΑΝΟΣ «Η τέχνη όταν είναι ψεύτικη
αρνείται και προδίδει τη ζωή»

Ο Σπύρος Ρωμάνος γεννήθηκε στην Πάτρα το 1958. Μετά το σχολείο σπούδασε στην Σχολή Καλών Τεχνών Πύργου Τήνου κι έπειτα στην ΑΣΚΤ Αθήνας όπου φοίτησε στο εργαστήριο Ζωγραφικής του Νίκου Κεσσανλή. Παράλληλα στην ΑΣΚΤ σπούδασε Χαρακτική και Σκηνογραφία. Έχει λάβει μέρος σε αρκετές εκθέσεις και εικαστικά δρώμενα στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Εργάστηκε σαν σκηνογράφος κι ενδυματολόγος, όπως και σαν animation creator στην τηλεόραση, δημιουργώντας stop motion videos για σκηνική χρήση. Εκανε επίσης και εικονογραφήσεις εντύπων. Από το 1999 διδάσκει Εικαστική Παιδεία κι Ελεύθερο Σχέδιο, στα δημόσια σχολεία. Έργα του υπάρχουν σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, καθώς και χαρακτικά του στις συλλογές τραπεζών. Ποιήματα γράφει από έφηβος, από το 1975 περίπου, ανελλιπώς, χωρίς ωστόσο να έχει εκδόσει κάποια συλλογή, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2017 όπου κυκλοφόρησε, με την επιμέλεια του Γιώργου Χρονά, στην Οδό Πανός μια συγκεντρωτική συλλογή ποιημάτων, το «Να Είμαι Εσύ» [ποιήματα 1978-2015]. Η συλλογή έκανε 2η έκδοση τον Σεπτέμβριο του 2018.

«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιό περιβάλλον μεγαλώσατε;
ΣΠΥΡΟΣ ΡΩΜΑΝΟΣ: Γεννήθηκα στις παρυφές της Πάτρας, μισής περίπου ώρας βόλτα από το σπίτι μου, μέχρι το λιμάνι της. Οι γονείς δούλευαν στο μαγαζί κι εγώ με τη μικρότερη αδελφή μου, μεγαλώναμε απλά κι ανέμελα σ’ ένα επαρχιακό, ημιαστικό περιβάλλον, μεσούσης της δικτατορίας. Θυμάμαι, στο δημοτικό, τον δάσκαλο που μας έβαζε κάθε πρωί να τραγουδάμε τον Ύμνο της 21ης Απριλίου και το τεράστιο πουλί με τον στρατιώτη στημένο σ’ ένα σημείο στη γειτονιά. Ο παππούς Σπύρος ήταν αυτός που μετά από ένα ταξίδι στην πατρίδα του, τη Ζάκυνθο, μου έφερε σαν δώρο στην ηλικία των 12 χρόνων, τα Άπαντα του Διονυσίου Σολωμού. Ήταν το πρώτο μου βιβλίο εκτός των σχολικών, εκτός των παιδικών παραμυθιών. Το διάβαζα το βράδυ ξαπλωμένος, πριν κοιμηθώ, με τα μάτια διεσταλμένα και το μυαλό αναστατωμένο, να θαυμάζει τους στίχους, τις ατμόσφαιρες που περιέγραφε με τον δικό του τρόπο, ο ποιητής.
Αργότερα, μπαίνοντας στο Γυμνάσιο, οι γονείς, μου χάρισαν μια εικονογραφημενη εγκυκλοπαίδεια με τους μεγάλους όλων των εποχών. Εκεί άρχισε η μαγεία της επαφής με την ζωγραφική, τις τέχνες γενικά, αλλά και με την επιστήμη, την ιστορία. Οι πρώτες μου απόπειρες να ζωγραφίσω στην ηλικία των 15 χρόνων, έγιναν αντιγράφοντας σχέδια και χρώματα του Μιχαήλ Αγγέλου, του Ντα Βίντσι, του Ραφαήλου.
«Π»: Τι είναι η Πάτρα για εσάς;
ΣΠ.Ρ.: Η Πάτρα, η γενέθλια πόλη, ο λίκνος των παιδικών κι εφηβικών βιωμάτων. Εκεί τα πρώτα καρδιοχτύπια, οι πρώτες χαρές κι απογοητεύσεις.
Υγρή πόλη, όμορφη, σαφώς πύλη προς τη Δύση, με αρκετή μελαγχολία και με δύο πρόσωπα. Με το ένα παγανίστρια, καρναβαλική, με το άλλο χριστιανή, θα έλεγα θρησκόληπτη. Από τη μία η Άρτεμις, θεά της σελήνης , από την άλλη η Παντάνασσα Θεοτόκος.
Άφησα την Πάτρα στα δεκαοκτώ μου, τελειώνοντας το σχολείο, πηγαίνοντας στον Πύργο της Τήνου, στη σχολή Καλών Τεχνών και μαρμαρογλυπτικής εκεί, όπου έμεινα τέσσερα χρόνια, βιώνοντας μια από τις πιο όμορφες και δημιουργικές περιόδους της ζωής μου. Μετά ήρθε η ΑΣΚΤ και η ζωή μου στην Αθήνα. Μετά το θάνατο των γονέων και τις συνθήκες της ζωής και της εργασίας, η Πάτρα έγινε «δυσπρόσιτη» κι έχω πολλά χρόνια να την επισκεφτώ. Ελπίζω σύντομα να μπορέσω, εφ’όσον θα ήθελα να παρουσιάσω τα «λόγια» αλλά και τις«εικόνες» μου στη γενέτειρα.
«Π»: Ποίηση και Οπτική Ποίηση, η μία τροφοδοτεί την άλλη; Προσεγγίζει καταγγελτικά τη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα;
ΣΠ.Ρ.: Όσα δεν λένε τα λόγια, τα δείχνουν οι εικόνες. Σίγουρα αλληλοσυμπληρώνονται η οπτική με τη λόγια ποίηση, σαφώς η μία τροφοδοτεί την άλλη και αυτό που για μένα είναιτο κυριότερο και το πιο αποτελεσματικό, είναι να συνεργάζονται μη επικαλύπτοντας ή καταβροχθίζοντας η μία την άλλη, αλλά προσδίδοντας κύρος και αναδεικνύοντας η μία την μοναδικότητα της άλλης, συνεργατικά. Όσον αφορά στην κοινωνική επίδραση που μπορεί να έχει η τέχνη, θεωρώ πως όταν ο δημιουργός θέλει και δεν αποστασιοποιείται, συχνά χάριν της τέχνης, συμμετέχει στα κοινά και δεν αποτραβιέται, τότε ο λόγος του, οι εικόνες του, μέσω της αισθητικής που προτείνουν, δεν μπορούν παρά να είναι συντονισμένες με τα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα κι από τη θέση αυτή να σχολιάζουν, να κριτικάρουν, να καταγγέλλουν, να προβάλλουν, να προτείνουν.
Θεωρώ πως η αισθητική, μπορεί να συμβάλλει, όντως, στην ηθική του παρόντος και να γίνει η ηθική του μέλλοντος.
«Π»: Πώς βιώνει ο καλλιτέχνης την οικονομική κρίση και πώς αντιδρά;
ΣΠ.Ρ.: Τί να σας πω… Ως μόνιμος εκπαιδευτικός, με πολύ ζόρι διατηρώ μια δυνατότητα να ζω, έστω και χρωστώντας, με σχετική αξιοπρέπεια, όταν πολλοί, σ’ αυτή τη χώρα, που ζει χρόνια οικονομική κρίση, έχουν περάσει στην ανεργία κι ακόμα περισσότεροι στις σοβαρές δυσκολίες κι ως εκ τούτου, στην κατάθλιψη. Η τέχνη ως γνωστόν στην Ελλάδα υποφέρει από χρόνια στέρηση πολλά περισσότερα χρόνια από αυτά της κρίσης. Η συγκεκριμένη κρίση επιδεινώνει την ίδια και τις συναφείς εκφάνσεις της, δηλαδή τις εφαρμοσμένες τεχνες (κεραμική, ξυλογλυπτική, μαρμαροτεχνία, κλπ). Ο κόσμος δεν έχει χρήματα, η τέχνη σαν εμπορεύσιμο είδος απευθύνεται, ακόμα, στα οικονομικά εύρωστα στρώματα της κοινωνίας, τα οποία μέσω της τέχνης συχνά επιδεικνύουν τον πλούτο τους και κάποιες φορές ξεπλένουν τα κεφάλαιά τους. Η αληθινή τέχνη όμως είναι ανεκτίμητη, δεν οφείλει να πουληθεί πουθενά, ανήκει σε όλους.
Η ζωγραφική, το γράψιμο ήταν ανέκαθεν για μένα, κυρίως, δύο εκφραστικοί δρόμοι, δύο τρόποι αυτογνωσίας και ψυχαγωγίας, σε πρώτη φάση και σε δεύτερη, δυνατότητες επικοινωνίας κι ανταλλαγών ιδεών κι αποψεων, εκτίμησης κι ενδεχομένως φιλίας, μεταξύ ανθρώπων με κοινούς κώδικες και προτιμήσεις. Δεν υπήρξα έτσι φιλόδοξος, ώστε να στοχευσω στην καλοπέραση ή και στον πλουτισμό, προσαρμόζοντας σε αυτό το σκοπό τα εκφραστικά μου μεσα. Έτσι, η δυνατότητα βιοπορισμού από την δημόσια εκπαίδευση, μαζί με το πραγματικό ενδιαφέρον για την προώθηση της παιδείας για την τέχνη στους μαθητές, διευκόλυνε την επιλογή μου για απρόσκοπτη, και οχι εξ αιτίας της ανάγκης, δραστηριοποίησή μου στη ζωγραφική και στην ποίηση.
«Π»: Η ζωή μιμείται την τέχνη;
ΣΠ.Ρ.: Αν η ζωή, πρακτικά, είναι μίμηση βασισμένη στη φαντασία, στην έμπνευση, στην Τέχνη, τότε η ζωή που τώρα ζούμε, μιμείται τις πιο αδιέξοδες, τις πιο φθηνές, τις πιο ακίνδυνες, τις πιο εξωραϊστικές εκφάνσεις, αυτού που θεωρούμε πηγαία έμπνευση και απ’ ό,που πηγάζει η αληθινή Τέχνη. Η τέχνη, όταν είναι ψεύτικη, αρνείται τη ζωή, την προδίδει, την ίδια στιγμή που η ζωή, μ’ εμπιστοσύνη, προσπαθεί να την μιμηθεί.
Η τέχνη με τη ζωή έχουν διαφορετικές ποιότητες, αντιθετικές, γι’αυτό και συμπληρώνει, η μία την άλλη. Και πάντα θα υπάρχει όσμωση μεταξύ τους, αρκεί να υπάρχει παρόμοιος κώδικας συνεννόησης, για να καρπίσει το πάντρεμά τους.
«Π»: Ο ψηφιακός κόσμος επιτρέπει στα παιδιά να έρθουν σε επαφή με τον υπαρκτό, πραγματικό, κόσμο;
ΣΠ.Ρ.: Ο «πραγματικός υπαρκτός κόσμος» με τη μορφή που εμείς τον βιώσαμε, νομίζω δεν υπάρχει πλέον. Αντικαθίσταται σταθερά, και γρήγορα θα έλεγα, από τη νέα συγκυρία, που δεν είναι ακριβώς πραγματική, καθώς μεγάλο μέρος της έχει καταληφθεί από την εικονική, ψηφιακή, τεχνολογική πραγματικότητα.
Αυτό ήδη έχει δημιουργήσει πιο εύστροφα παιδιά, με γρήγορες νοητικές ταχύτητες και πολύπλοκα ενδιαφέροντα, όμως υπερευαίσθητα στις «αντιξοότητες» παλαιού τύπου και που ανατρέφονται με υπερβολικές αξιώσεις, πολύ «πρακτικές», από τους γονείς κι από το δύσκαμπτο σύστημα εκπαίδευσης. Κατά συνέπεια, η δημιουργικότητα μέσω της αυτενέργειας των παιδιών, δίνοντας χρόνο στη φαντασία, λειτουργεί υποτυπωδώς. Η δε εκπαίδευση δεν κατάφερε να ενσωματώσει το τεχνολογικό θαύμα, με αποτέλεσμα η αξιοπιστία της ως προς τη μετάδοση γρήγορης, ασφαλούς και χρήσιμης γνώσης, να τρωθεί δικαιολογημένα κι οι εκπαιδευτικοί να χάσουν το κύρος και την αναγνώρισή τους σαν θεματοφύλακες και μεταδότες της γνώσης.
«Π»: Ποιά είναι τα αγαπημένα σας υλικά; Σε ποιά υλικά οι νέοι βρίσκουν τρόπους έκφρασης;
ΣΠ.Ρ.: Το μολύβι και ειδικά ο γραφίτης, μου είναι πολύ αγαπητά. Έπειτα, τα υδροχρώματα, τ’ ακρυλικά και βέβαια τα λάδια, που με σαγηνεύουν και τα συμπαθώ ιδιαίτερα. Επίσης, οπότε μπορώ καταπιάνομαι με τον πηλό που μ΄ αρέσει και φιλοδοξώ κάποια στιγμή να κάνω γλυπτική στο μάρμαρο, κάτι με το οποίο είχα ασχοληθεί πολύ νέος.
Τώρα οι νέοι, τα παιδιά, συνήθως χρησιμοποιούν ό,τι προτείνει ο δάσκαλος σχετικά ή ο εικαστικός. Αν αφεθούν τα υλικά στην κρίση τους και στην δική τους επιλογή, συνήθως προτιμούν αυτά που χρησιμοποιούνται στην τέχνη του δρόμου.
«Π»: Πώς καλλιεργείται η εικαστική παιδεία;
ΣΠ.Ρ.: Ο κάθε εικαστικός, στο σχολείο, έχει τρόπο και μέθοδο βασισμένη στο αντίστοιχο βιβλίο της τάξης και σ’ ένα αναλυτικό πρόγραμμα αρκετά ελαστικό, ώστε να ενσωματώνει την κάθε τάξη με τις δυνατότητες και τις ιδιαιτερότητές της, στην εικαστική δράση. Βέβαια, υπάρχουν σαφή τεχνικά προβλήματα, όπως η έλλειψη εργαστηρίων και υλικών για το έργο των παιδιών και πολύ λίγος κι ανεπαρκής ο χρόνος του μονόωρου εβδομαδιαίου μαθήματος, ώστε να μπορέσει ο καθηγητής ν’αφουγκραστεί και να καθοδηγήσει εκφραστικά και τους είκοσι πάνω κάτω μαθητές που βρίσκονται σε κάθε τάξη, ισότιμα και δίκαια. Κι ο καθένας από μας πασχίζει σύμφωνα με τα μέσα και τις δυνατότητές του. Η ανταμοιβή πάντως από το αποτέλεσμα, το έργο των παιδιών, για τον εκπαιδευτικό, είναι πολύ σημαντική κι εκθαμβωτικά αναπτερωτική.
«Π»: Στα μάτια των παιδιών, ο κόσμος της τέχνης φαντάζει ονειρικός;
ΣΠ.Ρ.: Τα μάτια των παιδιών, έχουν σε μεγάλο ποσοστό καταληφθεί από το έξυπνο Phone που τους δίνει τεράστιες δυνατότητες, να ψυχαγωγηθούν, να επικοινωνήσουν και να ξεφύγουν από το ψυχαναγκαστικό, αργόσυρτο σύστημα της εκπαίδευσης. Το πληρώνουν με την εξάρτησή τους βέβαια από αυτό, σε ανησυχητικά πολλές περιπτώσεις. Ποιός όμως θα μπορούσε να τα κατηγορήσει, αφού δεν είναι διόλου υπεύθυνα τα παιδιά γι’ αυτό; Οδηγήθηκαν εκεί από την άγνοια των γονέων και την αδυναμία του συστήματος να τα καθοδηγήσει ουσιαστικά.
Πάντως, η περιέργεια κι η αθώα προσέγγιση στο καινούργιο, είναι χαρακτηριστικό των παιδιών και τα παιδιά συμμετέχουν πρόθυμα στις εικαστικές δράσεις, στις επισκέψεις σε μουσεία κι εκθέσεις, σε αναλύσεις έργων τέχνης· κριτικάρουν, συχνά πολύ εύστροφα, τα έργα και τους δημιουργούς και συμμετέχουν ευδιάθετα στις εικαστικές δραστηριότητες, ειδικά αν είναι σχεδιασμένο να είναι ομαδικό το αποτέλεσμά τους.
«Π»: Υπάρχουν κανόνες και όρια στην τέχνη; Τί σας οργίζει;
ΣΠ.Ρ.: Τα όρια της καλής τέχνης δεν υφίστανται για την ίδια και τη συνέπειά της. Όμως φτάνουν μέχρι εκεί που αρχίζει η κακή τέχνη. Και οργίζεται κανείς με την κακοτεχνία όταν χειραγωγείται, επιβάλλεται, ή όταν ο κόσμος, απαίδευτος, δεν έχει τα κατάλληλα κριτήρια ν’ αξιολογήσει, να κρίνει. Στη πραγματικότητα συμβαίνουν και τα δύο μαζί, είναι αλληλένδετα, σε ένα συνδυασμό που καταλήγει σε βάρος της αισθητικής καλλιέργειας και της σωστής εκτίμησης του έργου τέχνης από τον θεατή, τον «φιλότεχνο».
Η εκτίμηση ενός έργου τέχνης και η διάκριση του σε καλό ή κακό, σε αληθινό ή ψεύτικο, προϋποθέτει παιδεία και γνώσεις σχετικές και κυρίως έμπρακτη, δραστήρια παραδοχή της αναγκαιότητας της τέχνης στη ζωή, άρα και της βαθιάς σχέσης της νόησης του ανθρώπου με αυτή, την αναγκαία τέχνη, με ουσιαστικούς δεσμούς, μη επιδεχόμενους εξαπάτηση και χειραγώγηση.
«Π»: Η παρατήρηση καλλιεργεί το κριτήριο και την αισθητική;
ΣΠ.Ρ.: Η παρατήρηση είναι το σημαντικότερο εργαλείο εξάσκησης για τις τέχνες που ασχολούνται με την εικόνα. Στην παρατήρηση βασίζονται οι νοητικές διεργασίες που αξιολογούν τα φαινόμενα και οδηγούν σε συμπεράσματα. Σε συνδυασμό με τη μνήμη, η παρατήρηση, μπορεί να «φορτώσει» τον εγκέφαλο με χιλιάδες εικόνες, δεδομένα προς αξιολόγηση και χρήση. Εμπλουτίζει τη φαντασία και βοηθά στην εικαστική θεώρηση του κόσμου. Είναι η προϋπόθεση και η βάση της μάθησης των Τεχνών, μα και των Επιστημών. Κι εφόσον η παρατήρηση συνεργάζεται με τη γνώση, διασταυρώνει τις πληροφορίες και διατυπώνει αισθητικούς προσδιορισμούς, οξυνοντας προσθετικά και σε βάθος τα κριτήρια, για το τι είναι πραγματική τέχνη.
«Π»: Πιστεύετε στο ταλέντο;
ΣΠ.Ρ.: Το ταλέντο, η δεξιότητα κάποιων ανθρώπων σε σχέση με τις τέχνες, μπορεί σίγουρα να το αντιληφθεί κανείς καθαρά, από την παιδική κιόλας ηλικία των συγκεκριμένων ανθρώπων, όταν καταπιάνονται με το σχετικό αντικείμενο. Στα σχολεία, όλα αυτά τα χρόνια που διδάσκω, παρουσιάζεται με ευκρίνεια και με μια στατιστικής ακρίβειας επανάληψη, σε κάθε τάξη, το φαινόμενο. Έχω διαπιστώσει λοιπόν πως το 20 με 30% των μαθητών μιας τάξης με 20 πάνω κάτω παιδιά, μπορεί θαυμάσια να σχεδιάσει και να χρωματίσει, με ιδιαίτερη αντίληψη και δεξιότητα, και, σε εύλογο χρόνο. Σίγουρα ταλαντούχοι, χαρισματικοί άνθρωποι υπάρχουν, πιθανόν κληρονομώντας τις γονιδιακές επιλογές της φύσης και των προγόνων τους και συχνά αυτοί οι άνθρωποι έχουν, ταυτόχρονα, ιδιαίτερες ικανότητες και σε άλλους τομείς της δημιουργικής καλλιτεχνικής έκφρασης. Οι καλλιτέχνες οφείλουν να είναι ταλαντούχοι, οι υπόλοιποι, ας είναι άξια τέκνα της φιλοτεχνίας!
«Π»: Υπάρχει αγορά Τέχνης;
ΣΠ.Ρ.: Η Ελλάδα είναι μικρή χώρα, το μερτικό της στην παγκόσμια πρωτοπορία, ελάχιστο. Είναι επίσης πτωχή χώρα, ουραγός στα καλλιτεχνικά ζητήματα και χωρίς κατάλληλη παιδεία σχετική και που βιώνει τα τελευταία χρόνια μια σοβαρή οικονομική κρίση. Μοιραία λοιπόν, η αγορά τέχνης στη χώρα μας υπολειτουργεί κι οι δημιουργοί …«υποσιτίζονται». Η διακίνηση των έργων τέχνης είναι περιορισμένη, συνήθως κατειλημμένη από τους πιο «ευέλικτους» καλλιτέχνες, οι οποίοι διαθέτουν τα έργα τους, κυρίως, σε ορισμένους συλλέκτες. Η δική μου εμπειρία και αίσθηση από όλο αυτό το σύστημα, είναι πως καταλήγει σε βάρος της σωστής αξιολόγησης των δημιουργών και της ποιότητας του παραγόμενου έργου, που βλέπουν εκτεθειμένο οι θεατές.
«Π»: Ανακύκλωση στην Τέχνη;
ΣΠ.Ρ.: Αν εννοείτε ότι επαναλαμβάνεται περιοδικά ή ίδια τάση στην τέχνη ή επανεμφανίζονται παλαιότερα ρεύματα με νέα φόρμα και τονισμούς διαφορετικών του παρελθόντος στοιχείων, ναι, νομίζω ότι αυτό συμβαίνει. Η τέχνη αρέσκεται να επανέρχεται με νέα δεδομένα, βελτιώνοντας τη μορφή της, προσθέτοντας, αφαιρώντας ή παραλλάσσοντας στοιχεία, ανάλογα με τις επιταγές των καιρών. Η τέχνη έχει πολλές οπτικές, πολλές όψεις, είναι η πεμπτουσία της υποκειμενικότητας.
Όταν ο πήχυς του δημιουργού είναι ψηλά σε σχέση με το προσδοκώμενο, τότε μπορεί να ξεπηδήσουν αξιόλογα έργα τέχνης. Όταν τα κριτήρια ελαστικοποιούνται και αλλοιώνονται σε σχέση με το αισθητικό ζητούμενο, τότε οι ποιότητες του παραγόμενου έργου παρακμάζουν.
«Π»: «Κι έμεινε ανιστόρητος, αμόλυντος, παρθένος ο πόθος σου κι ανέγγιχτος απ’τη λεηλασία». Στίχος σας από το ποίημα «Νυμφώνας Ανέγγιχτος». Πρόκειται για ποίημα από τη νέα σας ποιητική συλλογή.
ΣΠ.Ρ.: Ναι, πιθανό αυτό το ποίημα να συμπεριληφθεί στην έκδοση του δεύτερου βιβλίου μου που ευελπιστώ να κυκλοφορήσει μέσα στο 2019, από τις εκδόσεις Οδός Πανός. Θα είναι ποιήματα γραμμένα από το 2015 μέχρι και το 2019, υλικό αρκετό που, αν καταφέρω, θα καλύψω ολόκληρο με την έκδοση αργότερα, ίσως το 2020, ενός τρίτου βιβλίου, το οποίο εκτός από τα ποιήματα θα περιέχει και αντίστοιχο αριθμό σχεδίων. Θα είναι μια συνδυαστική έκδοση ποιημάτων, μαζί με ήδη υπάρχοντα σχέδιά μου.
«Π»: Μελλοντικά εικαστικά σχέδια;
ΣΠ.Ρ.: Τα τελευταία, αρκετά χρόνια, παίρνω μέρος σε ομαδικές εκθέσεις διαφόρων φορέων και οργανωτών. Προσανατολίζομαι, δραστηριοποιούμενος σχετικά, στη διοργάνωση ατομικής έκθεσης μέσα στο 2020. Υπάρχει η σκέψη να συνδυαστεί η έκθεση με μία perfomance παρουσίασης του βιβλίου με τα ποιήματα, τα συνοδευόμενα με τα αντίστοιχα σχέδια, που πιθανόν θα εκδοθεί την ίδια περίοδο. Είδομεν…