Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Και τώρα τι κάνουμε; Γράφει ο Νέστορας Χατζούδης

Μετά την κύρωση από τη Βουλή της Συμφωνίας των Πρεσπών και του Πρωτοκόλλου ένταξης της Βόρειας Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ καθώς και την πανηγυρική έναρξη εφαρμογής, από τους γείτονές μας, των όρων που προβλέπονται στη Συνθήκη, εμείς κράτος και λαός) με δεδομένα:
– τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών αντίθετη,
– τις ασάφειες και αμφισημίες της Συμφωνίας που επισημαίνονται από ειδικούς επιστήμονες, διπλωμάτες και πολιτικούς,
– τα ευρέως αποδεκτά επιχειρήματα ότι η συγκυρία καθιστούσε εφικτή την αποφυγή των γκρίζων σημείων που προκαλούν τις ευαισθησίες και εγείρουν φόβους στους πολίτες,
– τις υπόνοιες που ενισχύονται από το κυνικά απροκάλυπτο ενδιαφέρον Εταίρων και συμμάχων Χωρών για τη γαιωστρατηγική σημασία της περιοχής, ότι η Συνθήκη των Πρεσπών υπήρξε προϊόν πιέσεων,
– τις πειστικές εκτιμήσεις κομμάτων της αντιπολίτευσης και ανεξάρτητων πολιτικών ότι το εθνικό θέμα χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο για την προώθηση κυβερνητικών και κομματικών επιδιώξεων,
και τέλος το, κατά τους ειδικούς, ανέφικτο της ανατροπής της μονομερώς επειδή πρόκειται για Διεθνή Συνθήκη, ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ;

ς υπεύθυνο Κράτος και πολιτισμένος λαός, η μόνη σοβαρή και παραγωγική κίνηση είναι να «βουτήξουμε στα νερά της Πρέσπας» και να δώσουμε τα χέρια στους γείτονές μας. Να εγκαινιάσουμε, με άλλα λόγια, με αισθήματα και προθέσεις ειλικρινούς φιλίας την εποχή των νέων σχέσεων μεταξύ των δύο λαών. Αυτό θα βοηθήσει αφ’ ενός στις διαδικασίες ομαλής εφαρμογής των όρων της Συνθήκης και αφ’ ετέρου στην έγκαιρη αποκάλυψη των προθέσεων της άλλης πλευράς αφού εκ των πραγμάτων θα εγείρονται ζητήματα αποσαφήνισης σημείων που προκαλούν εθνικές ευαισθησίες και εγείρουν φόβους για πρόκληση προβλημάτων στις μεταξύ μας σχέσεις. Τα επίμαχα θέματα φυσικά αφορούν στις πιθανές ως βέβαιες αλυτρωτικές διεκδικήσεις που σχετίζονται με τη κατασκευασμένη φαντασιακή «Μακεδονία του Αιγαίου» και την υπόθαλψη εθνικού «μακεδονικού» σοβινισμού.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, υπάρχει δυνατότητα βελτιωτικών παρεμβάσεων στα γκρίζα σημεία της Συνθήκης έτσι ώστε να λειτουργούν ως δικλείδα ασφαλείας και αποτροπής των κινδύνων που αναφέρθηκαν. Εξυπακούεται, βέβαια, ότι η διερεύνηση μιας τέτοιας δυνατότητας χωρίς τη συνεργασία της άλλης πλευράς δεν είναι εφικτή και μια πιθανή άρνηση της θα είναι αποκαλυπτική των προθέσεων και των μελλοντικών στοχεύσεων της. Για να κινηθούν όμως, από τη μεριά μας, διαδικασίες προς αυτή τη κατεύθυνση, χρειάζεται και η κατάλληλη κυβερνητική πολιτική που θα οργανώσει την απαιτούμενη λεπτή και υπεύθυνη προετοιμασία.
Όμως δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως πέρα από την αναγκαιότητα να βρεθεί κάποτε λύση με το γειτονικό Σλαβομακεδονικό λαό και πέρα από τα θετικά και τα αρνητικά της Συνθήκης των Πρεσπών, οι κυβερνητικοί χειρισμοί και οι πρακτικές προκάλεσαν και ένα σοβαρότατο εσωτερικό πρόβλημα. Δίχασαν τους Έλληνες. Και αυτό το πρόβλημα πρέπει να το υπερβούμε και να επουλώσουμε τα τραύματα που προκλήθηκαν στο κοινωνικό Σώμα. Είναι εύκολο; Μπορεί η σημερινή κυβέρνηση να λειτουργήσει προς αυτή τη κατεύθυνση;
Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, κατά την περίοδο της «αντιμνημονιακής» του προέλασης, για να απαξιώσει τα «αστικά μνημονιακά» κόμματα, ισχυριζόταν ότι «αυτοί που προκάλεσαν τη κρίση δεν είναι και οι κατάλληλοι να την αντιμετωπίσουν». Συνεπώς σύμφωνα με αυτόν τον αφορισμό η πλέον ακατάλληλη να προωθήσει πολιτικές υπέρβασης του εθνικού διχασμού είναι κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ που τον προκάλεσε…!
Με αυτά τα δεδομένα και όπως τελικά έχει διαμορφωθεί η κατάσταση με ευθύνη της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, ο μεν τυφλός εθνικιστικός παροξυσμός την επιδεινώνει, τα δε μαζικά πατριωτικά συλλαλητήρια, αν και απαραίτητα, από μόνα τους δεν την βελτιώνουν. Η υπέρβαση των προβλημάτων όμως και μεταξύ μας και στις σχέσεις μας με τη Β. Μακεδονία είναι εφικτή μόνο με μια άλλη πολιτική, που στο πυρήνα της θα έχει τη δημοκρατική λειτουργία του πολιτικού Συστήματος και την εθνική συνεννόηση σε κρίσιμα εθνικά θέματα.
Και το κλειδί ενόψει εκλογών το κρατούμε στα χέρια μας…!