Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ο ποιητής της αγάπης και της ειρήνης!


ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΜΑΣ ΤΕΥΧΗ!!!
ΞΑΝΑ ΚΟΝΤΑ ΣΑΣ!!

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος, αντίθετα με τον Καβάφη, δεν προστρέχει στην «τέχνη της ποιήσεως» για ίαση, για να βρει λύτρωση, γιατί είναι οργανισμός εύρωστος. Η ποίηση είναι γι’αυτόν ο πραγματικός πλούτος.

«Αν δεν μού’δινες την ποίηση, Κύριε,
δε θά’χα τίποτα για να ζήσω.
Αυτά τα χωράφια δεν θά’ταν δικά μου, 
ενώ τώρα ευτύχησα νά’χω μηλιές
να πετάξουνε κλώνους οι πέτρες μου,
να γεμίσουνε οι φούχτες μου ήλιο,
η έρημός μου λαό,
τα περιβόλια μου αηδόνια.»
Κάθε άνθρωπος έχει τον προορισμό του. Προορισμός του Βρεττάκου είναι να προσφέρει στους ανθρώπους τα προϊόντα της ποίησής του.
«Ήρθα στον κόσμο αυτό να φτιάξω περιβόλι,
να σχηματίσω ένα δέλτα στην έρημο,
να φυτέψω λεμονιές για τους γάμους σας. (…)
(…) Να φύγω αφήνοντας πίσω μου
ένα λιβάδι μ’απίθανα χρώματα,
έτσι που να μπορείτε νά’χετε όλοι σας
ένα μπουκέτο καλοσύνης στο τραπέζι σας.»
Με την ποίηση τα έχει όλα, κι όλα σ’αυτόν κόσμο είναι καλά. Όταν τον κυριεύει η μανία της ποίησης αναφωνεί:
«Ω! Τι καλά πού’ναι σ’αυτόν τον κόσμο!
Όλα τα λόγια γίνονται τραγούδι
στ’απλά μου χείλη σήμερα και τρέχουν. (…)
(…) Κάνε με αηδόνι, Θεέ μου, πάρε μου όλες τις λέξεις
και άφησέ μου τη φωτιά,

τη λαχτάρα, το πάθος να γιομίζω
με το κελάηδημά μου τη μεγάλη κυψέλη τ’ουρανού.»
Με την ποίηση ανακαλύπτει τη μαθηματική τάξη των πραγμάτων και καλοτυχίζει τη μοίρα του γιατί τον έκανε γνώστη των μουσικών αριθμών και έτσι μπορεί να εργάζεται ως νά’ταν να φτιάξει έναν έναστρο ουρανό ή ένα ρόδο.
Η ποίηση για τον Βρεττάκο είναι το «τέλος» της ύπαρξής του αλλά και η πλαστουργός δύναμη που την επιεβεβαιώνει διαρκώς και διαρκώς τη μορφοποιεί. Ο Βρεττάκος είναι ο ποιητής της αγάπης. Πιστεύει πως η αγάπη καθαίρει τον άνθρωπο. Καθαρός πραγματώνει στον ύψιστο βαθμό την ανθρωπιά του.
Να, λοιπόν, η Αγάπη του Βρεττάκου, που την αποκαλεί βασίλισσα.
«Το στήθος μου έγινε ουρανός της βασίλισσας,
που στη γλώσσα της χώρας μου ονομάζεται
αγάπη.»
Αυτή η αγάπη ωραΐζει τα πάντα. Τα κάνει λουλούδια, ήλιο και φεγγ΄ραι. Και προπάντων τα φωτίζει. Αυτή μετατρέπει το σκότος σε φως, την οδύνη του πόνου σε εγκαρτέρηση. Είναι η δύναμη που ενώνει.
«Η αγάπη – συνενώνει αριθμούς – συνδέει πλανήτες.»
Η αγάπη μπορεί να οδηγεί σε σταυρικές καταστάσεις και θυσίες. Δεν είναι πάντοτε το γλυκό ποτό αλλά και το πικρό φαρμάκι. Δεν οδηγεί μονάχα σε ηδονικούς εναγκαλισμούς αλλά γίνεται εγερτήριο σάλπισμα ή αν θέλετε σωκρατική αλογόμυγα, που κρατά διαρκώς τον ποιητή σε εγρήγορση για αγώνες ενάντια στην αδικία, στην εκμετάλλευση, στον πόλεμο. Στην ουσία από αγάπη προς τον άνθρωπο αγωνίζεται να σώσει την αλήθεια και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.
«… Ό,τι θέλει κανείς μπορεί να φτιάξει με την αγάπη.
Ήλιους κι αστέρια, ροδώνες και κλήματα.»
Ο Βρεττάκος δεν κηρύσσει στην ποίησή του μια αγάπη παθητική. Την βλέπει σαν μια αδιάκοπη μάχη με τις δολερές δυνάμεις του σκοταδιού που αντιμάχονται την πρόοδο του ανθρώπου. Γι’αυτό σ’όλη του την ποίηση μάχεται ανυποχώρητα, δεν παραιτείται.
Η αγάπη δεν είναι εύκολη. Η αγάπη στο λαό, η αγάπη στην πατρίδα, οδηγεί ακόμη και στο θάνατο. Στους στίχους που ακολουθούν δίνει όλο το δράμα των ανθρώπων εκείνων που σκοτώθηκαν επειδή πολύ αγάπησαν.
«Τη ζωή του σεβάστηκαν
στα νιάτα του η φτώχεια,
στα βουνά οι κεραυνοί,
στον πόλεμο οι σφαίρες.
Η αγάπη του στην Ελλάδα τον σκότωσε.»
Ο Βρεττάκος είναι και ο ποιητής της ειρήνης. Το μεγάλο αυτό αγαθό υπερασπίστηκε με κάθε τρόπο. Με τη συμμετοχή του στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, στην Εθνική Αντίσταση, με την ίδια του την ποίηση. 
Την αγωνία της εποχής του και τη δική του μαζί καθώς και την ελπίδα και την αναζήτηση μιας εξόδου από το αδιέξοδο όπου έχουν οδηγήσει την ανθρωπότητα οι δυνάμεις του δόλου, του τρόμου και της βίας, μας δίνει στο ποίημά του «Τα θολά ποτάμια». Θα αναφέρω μερικούς ενδεικτικούς στίχους από το παραπάνω ποίημα.
«(…) Ο κόσμος ήτανε σα μια τυφλή σπηλιά στις μέρες μας. Μπροστά μας κάθονταν στο θρόνο του πάνω σαν Πλατυτέρα, ο Τρόμος! … Κράταε ένα κερί στο χέρι και μας έψαχνε! Κι άλλοι μούγκριζαν, φέρνοντας κύκλους σαν το λιοντάρι, άλλοι έκλαιγαν, άλλοι έβλεπαν αητούς και όνειρα και άλλοι, σκάφτοντας με τα χέρια μας το χώμα, το ζυμώναμε! Καθόμαστε και φτιάχναμε ένα πρόπλασμα από πηλό για να θυμόμαστε την αγάπη!
»(…) Οι πολιτείες τινάζονταν στον αέρα και ξανάπεφταν, γιατί ήτανε στις μέρες μας οι Πολιτείες μια χούφτα άμμος. Γιατί δεν ήτανε τίποτα οι Πολιτίες στις μέρες μας. Έτρεχε η θλίψη σαν νερό μέσα στις Πολιτείες! Έβρεχε απελπισία και ψήλωνε η λάσπη πάνω στη γη!
»(…) Δεν ήξερες αν ήτανε οι ζωντανοί που περπατούσανε. Στις μέρες μας οι άνθρωποι περπατούσανε πεθαμένοι. Βλέπαν τον ήλιο στη σειρά κι έκλαιγαν. Αντίς για ρούχα, φορούσανε συρματοπλέγματα στο στήθος και στο πρόσωπο. Μ’αυτά περπάταγαν. Μ’αυτά κοιμόντουσαν. Μ’αυτά ξυπνούσαν. Τ’αγκάθια τους βούλιαζαν μες το χώμα, όπως τα ράμφη των πουλιών μέσα στα γινομένα φρούτα.
»(…) Γυναίκες κύλαγαν δεμένες μαλλιά και μαλλιά και τα παιδιά ζητιάνευαν λίγη μητέρα.»
Σπάνια έχει γραφεί στη νεοελληνική λογοτεχνία τόσο τραγικό ποιήμα για να δώσει τη φρίκη του φασισμού και του πολέμου, το μαρτύριο και την αγωνία της ανθρωπότητας σε μια από τις πιο δραματικές περιόδους της ιστορίας της και την περίοδο των τελευταίων πολέμων. Ο ποιητής και η γενιά του έζησαν όλη αυτή την αγωνία στο χώρο πρώτα πρώτα της Ελλάδας, όπου η δράση των σκοτεινών δυνάμεων ήταν εντονότατη, τέτοια που να δημιουργεί την ατμόσφαιρα της τρομοκρατίας. Απ’εδώ αρχικά ξεκινάει και εμπνέεται ο ποιητής.
Στο ποίημα «Το καθαρότερο πράγμα της δημιουργίας» προβάλλεται από τον ποιητή η αγάπη που υπάρχει μέσα στον άνθρωπο για το συνάνθρωπό του. Τίποτα στον κόσμο δεν είναι πιο μεγάλο και πιο αγνό από την αγάπη. Αυτή η αγάπη δεν αφήνει θέση για σκοτάδι μέσα μας. Ο ήλιος της αγάπης πλημμυρίζει τον άνθρωπο με λευκότατο φως, που χύνεται μέσα μας από τις χιλιάδες πληγές του πόνου. Η λευκότητα της αγάπης με την οποία ο ποιητής περιβάλλει τον άνθρωπο είναι πιο λευκή κι από το χιόνι των Άλπεων, πιο λευκή κι από το άσπρο τριαντάφυλλο. Αυτό το τέλειο θαύμα της δημιουργίας μπορεί να το βρει κανείς μόνο μέσ στον άνθρωπο.
Η αγάπη του ποιητή στον άνθρωπο παίρνει συγκεκριμένη μορφή στο ποίημα:
Αν σου λείψω μια νύχτα
«Αν σου λείψω μια νύχτα, μην ανησυχήσεις
ως το άλλο πρωί, ως το άλλο βράδυ, 
ως την Κυριακή.
Εδώ κάπου θα βρίσκομαι 
σ’ έναν άρρωστο δίπλα,
μ’ένα πικό ραβδί θα ψάχνω να βρω μια πηγή,
πόρτα σε πόρτα θα γυρνώ μ’ένα ψωμί 
στη μασχάλη.
Έχε αναμμένη τη φωτιά πάντοτε, 
γιατί πάντοτε
θα σου γυρίζω μουσκεμένος.»

(Πηγές: 1) Βικιπαιδεία, internet, 2) Περικλή Ν. Καλοδίκη, Η Νεοελληνική Λογοτεχνία, τόμος 4, εκδόσεις Gutenberg, σελ. 58-84, 3) Λινού Πολίτη, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Θ’ έκδοση.)

Γράφει ο
ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ 
ΜΑΣΟΥΡΑΣ, 
Φιλόλογος