Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Ποιητές & λογοτέχνες για τον Ψυχάρη του Γ. Μασούρα

Ο Ρενάν έλεγε για τον Ψυχάρη πως χτίζει μια καινούργια Ιερουσαλήμ για την Ελλάδα. Τη ζωγραφιά του Ψυχάρη τη δίνει ο ίδιος σε μια περικοπή, είδος αυτοβιογραφίας του, όπου λέει: «Με τη διδασκαλία του και με το παράδειγμά του, με ευσυνείδητες έρευνες μέσα στα μυστήρια της γλώσσας και της λαϊκής ελληνικής ψυχής, με τα έργα του που μερικά απ’αυτά χαρακτηρίστηκαν αληθινά αριστουργήματα τόσο στην Ελλάδα, όσο και στη Γαλλία, ο Γιάννης Ψυχάρης ξεκαθάρισε το έδαφος και άνοιξε δρόμους. Τα μυθιστορήματά του καθώς και τα φιλολογικά του συγγράμματα αντιπροσωπεύουν μια εποχή στο μακρύ ξετύλιγμα της ωραίας γλώσσας. Όλη σήμερα η λογοτεχνία μας με διαφορές περισσότερο ή λιγότερο σημαντικές, έχει προσχωρήσει στο δημοτικισμό, στην κυρίαρχη σκέψη του Δασκάλου. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση πως ο Ψυχάρης είναι αρχηγός Σχολής, αναγνωρισμένος τέτοιος από τους αντιπάλους του, που πραγματικά συχνά του ρίχνουν σφάλματα των άλλων…»

Αν και τα λόγια αυτά είναι πολύ εγωιστικά, όμως δείχνουν το χαρακτήρα ενός πραγματικού αγωνιστική και ενός γερού δημιουργού.
Στον αγώνα του για την επικράτηση του δημοτικισμού, ο Ψυχάρης δεν δεχόταν κανένα συμβιβασμό. Κατέκρινε εκείνους τους δημοτικιστές που έμεναν στη μέση, που συμβιβάζονταν. Σχετικά με το ύφος του και τη διαύγειά του, το γλωσσολογικό και λογοτεχνικό του έργο, ο Σπύρος Μελάς έγραφε ότι ο Ψυχάρης ήταν συγγραφέας από την πάστα των δυνατών. «Απόδειξε με το έργο του, το γεμάτο σαφήνεια, διαύγεια, φινέτσα, ακρίβεια στην έκφραση, αίσθημα και πολλές φορές και χάρη, την ικανότητα του δημοτικού λόγου για όλες τις εκδηλώσεις της γραπτής τέχνης και της διανόησης. Αμφιβάλλω αν μετά την κρητική λογοτεχνία και το Σολωμό, μπορεί να σταθεί πλάι του κανένας άλλος με τα ίδια δικαιώματα. Ο πεζός δημοτικός λόγος αρχίζει να υπάρχει μόνο μ’αυτόν.»
Και ο Κώστας Βάρναλης γράφει:
«Ο Ψυχάρης δεν γράφει, κουβεντιάζει. Άντε να τον πολεμήσεις με τις γνωστές σκουληκομυρμηγκότρυπες της καθαρεύουσας και του συνετού δημοτικισμού. Μαέστρος και γόης του ύφους είναι τέτοιος σ’όλο του το έργο, επιστημονικό και λογοτεχνικό… Η τάξη στο μυαλό.»
Κι όμως ο Ψυχάρης ήτανε και μεγάλος επιστήμονας και πρωτοπόρος διανοούμενος κι απόλυτος γλωσσοπλάστης και ακαταμάχητος πολεμιστής κι ασύγκριτος πεζογράφος. Δεν ήταν μονάχα ο Δάσκαλος της επιστήμης, ήτανε πάνω απ’όλα ο δάσκαλος της πεζογραφίας μας. Η γοητεία και η σπιρτάδα, το πάθος και η λατινική διαύγεια της σκέψης του και του γραψίματός του και προπαντός η αλήθεια του, είναι κάτι μοναδικό στη Γραμματεία μας.»
Ο Ψυχάρης έφερε στο Λογοτεχνία μας πρώτα την κανονισμένη γλώσσα του λαού. Και την επέβαλε. Σ’αυτόν χρεώνεται κι ο μιας πεντάρας δημοτικισμός που απόμεινε σ’αυτό το δύστυχο τόπο. Στην αδιαλλαξία του την αγωνιστική χρεώνεται το γεγονός ότι δεν μπόρεσε η καθαρεύουσα να εισχωρήσει μέσα στο γραφτό μας λόγο, να τον χαλάσει και να τον εκτοπίσει όπως έγινε τελευταία στ’άθλια χρόνια των «νεότερων μας γενεών».
Και γι’αυτό στ’ αδιάλλαχτα χρόνια του άδολου ψυχαρισμού γραφτήκανε τα πιο μνημειακά κείμενα της νεότερης ελληνικής λογοτενίας, είτε πρωτότυπα είτε μεταφρασμένα. Το «ταξίδι» του ίδιου του Ψυχάρη, η «Ιλιάδα» του Πάλλη, τα «Γεωργικά» του (Βιργίλιου) Θεοτόκη – κι όλο το τεράστιο σε όγκο κι αξία έργο του Παλαμά, του Βλαχογιάννη, του Σικελιανού.
Αλλά ο Ψυχάρης δεν μας έδωσε μονάχα γλώσσα. Μας έδωσε και ύφος. Μας έμαθε να γράφουμε σύντομη, κοφτή και ακριβολογημένη φράση. Μας έμαθε να γράφουμε τίμια και ηθικά, μας απάλλαξε ο ίδιος (στο «Ταξίδι») από το ρομαντισμό και το ρητορισμό, που ήταν το φόρτε μιας γλώσσας συμβατικής σε μια εποχή που δεν ήξερε «πού πάει και πού στέλλει». Μερικά από τα διηγήματα του Ψυχάρη («Τα σκουλαρίκια», το «Συμπόσιο», ο «Ελληνοελβετικός Πόλεμος») είναι αριστουργήματα ψυχολογία και σάτιρας.
Και ο Κωστής Παλαμάς χαρακτήρισε τον Ψυχάρη σαν τον πρώτο μεγάλο πεζογράφο που αξιώθηκε ύστερα από αιώνες ύπνου και σκλαβιάς ν’αποκτήσει η Ρωμιοσύνη.
Το πρώτο γλωσσικό έργο του Ψυχάρη έχει τον τίτλο «Δοκίμιο της νεοελληνικής ιστορικής γραμματικής» που δημοσιεύθηκε στα γαλλικά στο Παρίσι στα 1886. Εκεί ανάμεσα στα άλλα γράφει «πως η καθαρεύουσα δεν θα επικρατήσει. Αυτό είναι όνειρο που ποτέ δεν θα πάρει σάρκα.» Και πριν δημοσιεύσει το κλασικό του βιβλίο «Το Ταξίδι μου», ο Ψυχάρης, γράφοντας μελέτες σε περιοδικά και εφημερίδες υποστήριξε πως για να προκόψει το ελληνικό έθνος πρέπει να καθιερώσει γενικά την κοινή νεοελληνική δημοτική γλώσσα με όλους τους κανόνες που βγαίνουν από τη μελέτη της.
Στα 1888, αφού προηγουμένως γνώρισε από κοντά την Ελλάδα και το λαό της και μελέτησε επιτόπου τη γλώσσα του, έβγαλε το πρώτο του βιβλίο στα ελληνικά με τίτλο «Το Ταξίδι μου». Πρόκειται για βιβλίο κλασικό στο είδος του, είναι έργο λογοτεχνικό στην εμφάνισή του και γλωσσολογικό στην ουσία του είναι όπως το θέλει ο ίδιος εθνικό: «Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο. Να πολεμά κανείς για την πατρίδα του ή για την εθνική του γλώσσα, είναι ένας αγώνας.» Με το βιβλίο αυτό ο Ψυχάρης έδωσε συστηματική κι επιστημονική μορφή στις γλωσσικές ιδέες του δημοτικισμού και τόνιζε πως δεν έρχεται να φτιάξει μια καινούργια γλώσσα αλλά γράφει την καινούργια γλώσσα του λαού με πλήρη ενότητα και με προσοχή στους κανόνες της. Το «Ταξίδι» του Ψυχάρη είναι ακόμα ένα θαυμάσιο λογοτεχνικό κείμενο που δείχνει και πρακτικά πώς πρέπει να γράφεται η δημοτική γλώσσα. Ορισμένες υπερβολές του στη χρησιμοποίηση λέξεων και εκφράσεων, που η ίδια η γλωσσική πραγματικότητα και το γλωσσικό αίσθημα τις απορρίπτουν, δεν αλλάζει την ουσία της μεγάλης του προσφοράς. Οφείλονται στο γεγονός ότι γεννήθηκε και έζησε έξω από την Ελλάδα.
Ύστερα από το «Ταξίδι» ο Ψυχάρης δημοσίευσε σειρά λογοτεχνικών έργων. Στο διήγημά του «Ζούλια» έχει σαν θέμα το αίσθημα της ζηλοτυπίας. Ακολούθησε το μυθιστόρημά του «Το όνειρο του Γιαννίρη» 1897. Στο μυθιστόρημά του αυτό ο Ψυχάρης έχει για ήρωα τον ίδιο του τον εαυτό. Μας δίνει την προσωπικότητά του και τη ζωή του. Έχοντας σαν πρότυπο τον εαυτό του, ο Ψυχάρης μας έδωσε την εικόνα του Έλληνα που ξενιτεύεται, τη μεγάλη του δραστηριότητα, την αγάπη του τόπου του και το πάθος του για τη ζωή και τη δράση. Το μυθιστόρημά του «Ζωή κι αγάπη στη μοναξιά» παρουσιάζει τον Έλληνα που κι όταν είναι μόνος έχει συντροφιά του τον κίνδυνο, την περιπέτεια και τον αγώνα του.
Το 1910 – 1911 δημοσίευσε τη νουβέλα «Τα δυο αδέρφια». Ακολουθούν μια σειρά από δεκαπέντε διηγήματα με τον τίτλο «Στον ίσκιο του πλατάνου». Είναι διηγήματα ψυχολογικά που παρουσιάζουν διάφορους τύπους και χαρακτήρες. Το μυθιστόρημά του «Αγνή» από τα καλύτερά του, μας παρουσιάζει την ιστορία ενός τεμπέλη με εξαιρετική καρδιά που στο τέλος νοιώθει ποιο είναι το καθήκον του και αλλάζει ζωή. Επίσης, έγραψε μερικά σύντομα θεατρικά έργα με τον τίτλο «Για το ρωμαϊκό θέατρο».
Εκτός από τα καθαρά λογοτεχνικά του έργα, ο Ψυχάρης έγραψε έξι τόμους με γενικό τίτλο «Ρόδα και μήλα». Τα μήλα είναι οι θύμησές του, οι κριτικές και επιστημονικές του μελέτες. Τα ρόδα είναι λογοτεχνικά διηγήματα με μορφή παιχνιδιάρικη. Ο Ψυχάρης μπορεί ακόμη να θεωρηθεί κι ο πρώτος δημιουργός των πεζών τραγουδιών στην ελληνική γλώσσα. Τέτοια πεζοτράγουδα είναι «Τα τραγούδια της Μαριάννας», «Το στεφάνι της Μαργαρίτας» και άλλα.
Ο Δάσκαλος πέθανε με την πένα στο χέρι και τη σκέψη στην πατρίδα και τη γλώσσα του λαού. Το δείχνει αυτό η τελευταία του παραγγελία να ταφεί στη Χίο. Εκεί βρίσκεται ο τάφος του. Το συγκινητικό επίγραμμα που άφησε ο ίδιος κι είναι τώρα γραμμένο στο λευκό μάρμαρο του τάφου του δείχνει τη μεγάλη του καρδιά, την αγάπη του στην πατρίδα, το λαό και τη γλώσσα του.
Μοιρολογίστρες Χιώτισσες
«… τραγουδήστε μου ένα μοιρολόι από ΄κείνα που σας άκουσα να τραγουδάτε σαν ήμουνα παλικάρι και πήγα στα χωριά της μαστίχας, να μάθω τη λαλιά σας, τα ρωμαίικα. Ποιος ξέρει, μπορεί να με ξυπνήσουν άξαφνα ως και στον τάφο. Τόσο τ’ αγάπησα, τόσο βαθιά τα ΄βαλα μέσα για μέσα στην καρδιά μου τη ρωμαίικη. Δεν είναι ανάγκη να΄χει το μοιρολόι σας λόγια πολλά. Φτάνουν δυο. Πείτε μοναχά πως γύρισα τον κόσμο πέρα πέρα, πως άφησα τη Γαλλία και πως ήρθα να ζεσταθώ, πως ήρθα να ξαποστάσω, στου Ήλιου μας το φως, στην καλοσύνη της πατρίδας….» (επιτύμβια στήλη στον τάφο του Γιάννη Ψυχάρη στη Χίο με δικά του λόγια)
(ΠΗΓΕΣ: 1. Λίνου Πολίτη, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Θ’ Έκδοση, Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998, 2. Περικλή Καλοδίκη, Η Νεοελληνική Λογοτεχνία Gutenberg, σελ. 130-132, 3. Mario Vitti, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Εκδόσεις Οδυσσέας, σελ. 289 -290)