Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Η εθνική ζημιά έχει ήδη γίνει! Γράφει ο Νέστορας Χατζούδης

Η οξύτητα που προσέλαβε το τελευταίο χρονικό διάστημα η αντιπαράθεση μεταξύ Κυβέρνησης και Αντιπολίτευσης και οι αντιδράσεις της συντριπτικής πλειοψηφίας του κοινωνικού σώματος για το περιεχόμενο της Συμφωνίας των Πρεσπών, αποτελούν, κατά κάποιο τρόπο, και το μέτρο των δυσκολιών που θα προκύψουν κατά την πορεία εφαρμογής της. Τις απόψεις μου για το ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ τις έχω διατυπώσει κατ’ επανάληψη από τον τοπικό Τύπο και είναι γνωστές. Επειδή όμως η επικείμενη συζήτηση στη Βουλή προκαλεί, χωρίς υπερβολή, πλημμυρίδα αντικρουόμενων απόψεων, καταχωρώ παρακάτω σύντομα αποσπάσματα δημοσιευμάτων από τα οποία αναδείχνεται το αμφιλεγόμενο του περιεχομένου της.

Η ελληνική κυβέρνηση αδυνατεί να κατανοήσει ποια πράγματα είναι αδιαπραγμάτευτα. Αγνοεί να κατανοήσει την ευαισθησία των πολιτών της για την ιστορική τους κληρονομιά – μιαν ευαισθησία που νοηματοδοτείται σε πολλές συνταγματικές διατάξεις και έρχεται ως συνέπεια δυο αιώνων δημόσιας εκπαίδευσης… Οι λαοί δίνουν την ονομασία τους στις χώρες και τις γλώσσες τους και όχι το αντίστροφο» (Καθημερινή 13-1-19, Κείμενο με υπογραφές [12] δώδεκα καθηγητών διαφόρων ελληνικών και ξένων πανεπιστημίων)
«Τα μελανά σημεία εντοπίζονται στα θέματα της υπηκοότητας της ιθαγένειας και της γλώσσας καθώς και στα εμπορικά σήματα. Η ελληνική πλευρά, κρίνοντας πως είχε φτάσει η κατάλληλη στιγμή για έναν έντιμο συμβιβασμό, επέλεξε να προβεί σε παραχωρήσεις στα θέματα της ιθαγένειας και της γλώσσας. Έτσι, εκτίμησε, θα διευκόλυνε και τον Ζάεφ να την επιβάλλει στο εσωτερικό του. Ο τελευταίος βρήκε ισχυρές αντιστάσεις και για να τις υπερβεί ξέφυγε αρκετές φορές από το πνεύμα και το γράμμα των Πρεσπών… Είναι ενθαρρυντικό ότι διευκρινίστηκε – στη ρηματική διακοίνωση – πως η ιθαγένεια δεν προσδιορίζει την εθνότητα. Εντούτοις θα μπορούσε να είχε επιλεγεί εξ αρχής ο όρος “citizenship” αντί για το “nationality”» (ΤΟ ΒΗΜΑ 20-1-19, Δρ. Κ. Φίλης δ/ντης Ερευνών Ινστιτούτου διεθνών σχέσεων)
«Η εξαιρετικά ατυχής επιλογή του όρου “nationality” της γειτονικής χώρας συνοδεύεται από τον ορισμό της ως μακεδονική/πολίτης της Βόρειας Μακεδονίας. Πέραν όμως αυτού, το αρθ. 7 της Συμφωνίας ορίζει ότι με τους όρους “Μακεδονία” και “μακεδονικός” θα περιγράφονται ως προς την ΠΓΔΜ, η “επικράτεια”, η γλώσσα, ο πληθυσμός και τα χαρακτηριστικά τους, με τη δική τους ιστορία, πολιτισμό, και κληρονομιά. Σίγουρα αυτό δεν είναι ορισμός ιθαγένειας. Είναι ορισμός ταυτότητας… Έτσι με τη Συμφωνία των Πρεσπών αλλάζει μεν το όνομα της ΠΓΔΜ, αλλά δεν αποτρέπεται η μονοπώληση της ταυτότητας του συνόλου της γεωγραφικής περιοχής, συμπεριλαμβανομένης της ελληνικής Μακεδονίας». (Καθημερινή 20-1-19. Άρθρο καθηγ. Πανεπιστήμιου Άγγελου Συρίγου και Ευάνθη Χατζηβασιλείου).
«Σήμερα το Μακεδονικό μένει μόνο ως ονοματολογικό. Δηλαδή απλό θέμα μάρκετινγκ. Δεν είναι επιστημονικό θέμα, γιατί θα λυνόταν με ένα συνέδριο. Δεν είναι ούτε διμερές θέμα Ελλάδας – ΠΓΔΜ , αλλά θέμα επηρεασμού της διεθνούς κοινής γνώμης. Στο μέτωπο αυτό αποτύχαμε θεαματικά. …Αν τελικά μας νοιάζει η Μακεδονία ως εμπορικό σήμα, ίσως το “Βόρεια Μακεδονία” δεν είναι βέλτιστο. …Για τη διεθνή κοινή γνώμη, συνεχιστής μιας λαμπρής κουλτούρας δεν είναι αυτός που υπογράφει μια συνθήκη, αλλά αυτός που φαίνεται αντάξιος. …Καλά μακεδονικά προϊόντα θα είναι αυτά που θα είναι καλής ποιότητας!…» (Καθημερινή 20-1-19 καθηγητής Σωτήρης Γεωργανάς Πανεπιστήμιο City του Λονδίνου).
«Ας εκτεθούν οι κίνδυνοι και οι ωφέλειες από τη συνθήκη των Πρεσπών νηφάλια. Και ας υπάρξει ένας διάλογος υψηλού επιπέδου – μια αντιπαράθεση για τη συμφωνία και όχι επί τη ευκαιρία της συμφωνίας (και με απεχθείς προσωπικούς χαρακτηρισμούς). Γιατί τότε θα έχουμε σίγουρο κέρδος για τη δημοκρατία μας και την εμπιστοσύνη των πολιτών μας στην πολιτική (που έχει σοβαρά διαρραγεί)».(Καθημερινή 20-1-19 Χάρης Παμπούκης πρώην Υπουργός)
Αρκετά νομίζω για να κατανοηθεί η αντιφατικότητα και ασάφεια του περιεχομένου της Συμφωνίας, η αναγκαιότατα του νηφάλιου διαλόγου και φυσικά να αναδειχθούν οι ευθύνες που αναλογούν στην κυβέρνηση για τις κατά συρροή αντιδημοκρατικές πρακτικές της που προκαλούν το πρωτοφανές σε ένταση διχαστικό πολιτικό κλίμα.
Το καίριο ερώτημα που εγείρεται πλέον είναι: γιατί η κυβέρνηση είναι διαθέσιμη, όπως ισχυρίζεται, για ευρεία δημόσια συζήτηση τώρα, μετά την υπογραφή και μετά τη ψήφιση από τους γείτονες μας της Συμφωνίας, που κατά την κοινή λογική και τη δημοκρατική τάξη έπρεπε να προηγηθεί των διαδικασιών διαμόρφωσής της; Αφού έκρινε ότι το πρόβλημα με την π.ΓΔΜ έπρεπε να αντιμετωπιστεί, δεν θά ‘πρεπε να προηγηθεί μια ανοιχτή δημόσια συζήτηση επ’ αυτού; Να ακουστούν οι απόψεις πολιτικών και ειδικών, να ζυμωθούν μέσα στον κοινωνικό διάλογο και μετά από διαβούλευση τα κόμματα να ορίσουν το πλαίσιο της διαπραγμάτευσης; Όταν μάλιστα, με το δεδομένο της κομματικής σύγκλισης του 2008 για γεωγραφικό προσδιορισμό του ονόματος, μια παραγωγική ανοιχτή δημοκρατική διαδικασία ήταν απόλυτα εφικτή;
Η κυβέρνηση για να πείσει, λέει ότι «η Συμφωνία είναι η καλύτερη που θα μπορούσε να επιτευχθεί»! Είναι σαν να μας λέει ότι η άλλη πλευρά μόνον αυτή δεχόταν, μας εκβίαζε και για να αποφύγουμε τα χειρότερα, δεχθήκαμε τις απαιτήσεις της. Αν έτσι είναι, τότε ο δύστροπος γείτονά μας διαπραγματεύτηκε με τις πλάτες των Εταίρων και Συμμάχων μας, που απροκάλυπτα και άκομψα έχουν εκδηλώσει το ενδιαφέρον τους για τη γαιοστρατηγική σημασία της περιοχής και μας επέβαλλαν τους όρους του. Στην περίπτωση αυτή το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί η κυβέρνηση δεν προσέφυγε στην ανοιχτή δημοκρατική διαδικασία και με τη πολιτική και κοινωνική πλειοψηφική στήριξη να θέσει όρους: και για τη διασφάλιση από πιθανές μελλοντικές αλυτρωτικές διεκδικήσεις και για την αποφυγή καταγογικών ιστορικών και φυλετικών αναφορών των γειτόνων μας που θίγουν τις ευαισθησίες του λαού μας και προκαλούν αντιδράσεις με σοβαρούς κινδύνους διάρρηξης της συνοχής του. Γιατί αυτές οι παράμετροι αγνοήθηκαν;
Η Συμφωνία, όταν θα κυκλοφορήσει ο ΠΑΛΜΟΣ, θα έχει περάσει από τη Βουλή με μια πλειοψηφία που οι μεθοδεύσεις για την επίτευξή της θα μείνουν στην ιστορία για τον κυνισμό μιας κατηγορίας Πολιτικών, την καταρράκωση της Πολιτικής και τη ρευστοποίηση κομμάτων. Αναμφίβολα η συνέχιση της εκκρεμότητας με την πΓΔΜ επηρεάζει αρνητικά τη χώρα μας στις διεθνείς σχέσεις της και πρέπει να αρθεί. Αν όμως το τίμημα είναι το διαφαινόμενο βαθύ τραύμα στη συνοχή του λαού, τότε η εθνική ζημιά έχει ήδη γίνει…!
22-1-2019