Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Και πάλι για το Άλσος

Κατά τη συνάντηση του Δημάρχου κ. Τσίρου με τον Υπουργό Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής κ. Παπακωσταντίνου, σχετικά με το γνωστό πρόβλημα των εγκαταστάσεων του Άλσους, δόθηκε, εκ μέρους του Υπουργού, η καθησυχαστική υπόσχεση ότι «λαμβάνοντας υπόψη παρόμοια προβλήματα που έχουν ανακύψει σε άλλους δήμους της Επικράτειας, θα δρομολογηθούν όλες οι απαιτούμενες διαδικασίες για να δοθεί μια οριστική λύση για όλους.» (Εφημ. ΠΑΛΜΟΣ 4-2-2012).

Bέβαια, δεν είναι γνωστές οι ιδιομορφίες ανάλογων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν άλλοι δήμοι. Ούτε αν για όλες τις περιπτώσεις είναι δυνατή και αν θα προωθηθεί ενιαία οριστική νομοθετική ρύθμιση. Ούτε φυσικά αν η ρύθμιση που θα επιλεγεί θα διασφαλίζει, στη δική μας περίπτωση, ότι δεν θα χρησιμοποιηθεί για να «αξιοποιηθούν» – διάβαζε καταπατηθούν – μελλοντικά και άλλα τμήματα, όχι μόνο μέσα στο Άλσος, αλλά και στην ευρύτερη  δασική έκταση. Και ακριβώς οι κίνδυνοι που είναι ενδεχόμενο να προκύψουν και για τον ευρύτερο δασικό χώρο του Κτήματος Ομορφοκκλησιάς, πρέπει να μας κάνουν ιδιαίτερα προσεκτικούς. Η ρύθμιση, στην περίπτωση του  Άλσους Βέικου, θα πρέπει να αφορά τη νομιμοποίηση αποκλειστικά και μόνο των υφισταμένων αυθαίρετων εγκαταστάσεων κι αυτό μόνο για να έχει ο Δήμος μας το δικαίωμα να τις χρησιμοποιεί ακώλυτα και να προβαίνει στις αναγκαίες εργασίες συντήρησης και ανακαίνισής τους, χωρίς τις γνωστές απαγορεύσεις. Με άλλα λόγια, δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να τεθεί υπό αμφισβήτηση ή να αρθεί ο δασικός – αναδασωτέος χαρακτήρας ούτε ενός τετραγωνικού μέτρου της έκτασης του Άλσους. Η όποια ρύθμιση θα πρέπει να αφορά μόνο στο δικαίωμα του Δήμου να επεμβαίνει για να εξασφαλίζονται οι όροι για τη συνεχή, ακώλυτη και ασφαλή χρήση των υφισταμένων εγκαταστάσεων από τους πολίτες.
Αναμφίβολα η πρωτοβουλία του κ. Δημάρχου να ενημερώσει τον αρμόδιο Υπουργό για το ρόλο και την κοινωνική σημασία του Άλσους και των εγκαταστάσεών του για τους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής και να θέσει το αίτημα της νομοθετικής αντιμετώπισης του προβλήματος των αυθαιρεσιών του παρελθόντος, ήταν απαραίτητη και συνιστά ενέργεια με ιδιαίτερα θετικό φορτίο. Όμως, γνωρίζοντας τη δύναμη και τις δυνατότητες παρεμβάσεων των εμπλεκομένων συμφερόντων, τις νοοτροπίες που αντιμετωπίζουν το φυσικό περιβάλλον μόνο ως δημόσιο αγαθό προς κατανάλωση, αλλά και τις αγκυλώσεις που ενδημούν στη Δημόσια Διοίκηση, η προσπάθεια εκ μέρους του Δήμου πρέπει να συνεχιστεί με ιδιαίτερη ένταση και προσοχή. Συνεπώς, «οι απαιτούμενες προς δρομολόγηση διαδικασίες», αν δεν παραπεμφθούν για άλλη μια φορά στις ελληνικές καλένδες με αποτέλεσμα το πρόβλημα του Άλσους να συνεχίσει να σέρνεται, θα πρέπει να παρακολουθούνται συνεχώς από τη Διοίκηση του Δήμου μέχρι την ολοκλήρωσή τους. Μόνο έτσι είναι δυνατόν με έγκαιρες και καλά μελετημένες παρεμβάσεις της, να προληφθούν πιθανοί κίνδυνοι για τη δασική – αναδασωτέα έκταση που αναφέρθηκαν παραπάνω και που είναι ενδεχόμενο να εμφιλοχωρήσουν στους όρους της ρύθμισης.
Κατά συνέπεια, η διαχείριση του θέματος αυτού απαιτεί προσοχή και σοβαρότητα ανάλογη προς τους κινδύνους που είναι πιθανό να ελλοχεύουν για το σύνολο της δασικής έκτασης. Γιατί αν συνειδητά ή από αμέλεια «γίνει καμιά στραβή», οι ευθύνες της σημερινής Διοίκησης του Δήμου θα είναι πολλαπλάσιες από εκείνες των Διοικήσεων του παρελθόντος (τριακονταετία κ. Παπαδιονυσίου),  οι πρακτικές των οποίων αποτελούν τη γενεσιουργό αιτία των σημερινών προβλημάτων.
Και δυο λόγια για την παραπληροφόρηση που διακινείται τελευταία με αφορμή το υπό συζήτηση θέμα και τις απόψεις μου πάνω σ’ αυτό, οι οποίες φαίνεται ότι ενόχλησαν ορισμένους. Το Γαλάτσι, παρά το υπερβολικό πληθυσμιακό μέγεθός του, είναι μικρό και ευτυχώς οι μετέχοντες στα κοινά από θεσμικές θέσεις και όχι μόνο, λίγο πολύ γνωριζόμαστε μεταξύ μας. Οι θέσεις μας, διαχρονικά, για τα διάφορα μεγάλα προβλήματα του Γαλατσίου, έχουν καταγραφεί. Οι εκατοντάδες σελίδες των Πρακτικών του Δημοτικού Συμβουλίου και τα φύλλα του Τοπικού Τύπου βρίθουν από κραυγές αγωνίας για τις αρνητικές συνέπειες των πολιτικών επιλογών για μείζονα θέματα και για τις αδιαφανείς και αυταρχικές πρακτικές που εφαρμόστηκαν για την υλοποίησή τους και που τελικά είχαν ως αποτέλεσμα πολλά από τα προβλήματα που ταλαιπωρούν σήμερα τους Γαλατσιώτες. Οι ίδιες σελίδες, όμως, βρίθουν και από εκκωφαντικές σιωπές αποδοχής, έγκρισης και στήριξης αυτών των πολιτικών επιλογών και πρακτικών και από παράγοντες με θεσμική ευθύνη (δημοτικοί σύμβουλοι) και από εξωθεσμικούς, ιδιοτελείς θαμώνες των δημαρχιακών διαδρόμων.
Συνεπώς, μια ανοιχτή δημόσια συζήτηση – οι σελίδες του ΠΑΛΜΟΥ είμαι βέβαιος θα τη φιλοξενούσαν – θα φώτιζε τις διαδρομές μέσα στα μεταπολιτευτικά τοπικά πεπραγμένα όσων με τη συμμετοχή και τις θέσεις μας τα επηρεάσαμε θετικά ή αρνητικά για τη πόλη. Μ’ αυτό τον τρόπο η  έρπουσα παραπληροφόρηση ως μέσον επικοινωνίας για την «ενημέρωση» των Γαλατσιωτών, σχετικά με τις πράξεις και τις παραλείψεις των τοπικών παραγόντων, δεν θα έχαιρε προτιμήσεως από όσους ακόμα τη χρησιμοποιούν, καταφεύγοντας στην ασφάλεια που υποτίθεται ότι τους προσφέρει…!

Υ.Γ. Είχα γράψει το παραπάνω άρθρο όταν διάβασα στον τελευταίο ΠΑΛΜΟ (αριθ. Φύλ. 261 / 10-2-2012) την επιστολή του κ. Τσίρου και τεσσάρων άλλων Δημάρχων του Λεκανοπεδίου προς τον Υπουργό ΠΕΚΑ για το θέμα των εγκαταστάσεων μέσα σε δασικές εκτάσεις των περιοχών τους. Το αίτημα των Δημάρχων να κινηθεί η ρύθμιση στο πνεύμα της απόλυτης προστασίας του δασικού – αναδασωτέου χαρακτήρα των εν λόγω εκτάσεων, παρέχει, κατά τη γνώμη μου, τη δυνατότητα στη Δασική Υπηρεσία να αντιμετωπίσει το πρόβλημα με την απαιτούμενη ευελιξία και το θέμα να βρει την οριστική του λύση. Τουλάχιστον ας αισιοδοξούμε!

Γράφει ο 
ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΧΑΤΖΟΥΔΗΣ