Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΑΒΟΥΡΛΗΣ, Ποιητής της ΜΑΙΡΗ ΓΚΙΩΝΗ – ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΑΒΟΥΡΛΗΣ   «Πιστεύω ότι νέοι θ’αντιδράσουν,
θ’αγωνιστούν και θα επανακτήσουν
όλα εκείνα που τους στέρησαν»

 

 

 

 

Ο Ανδρέας Δαβουρλής γεννήθηκε στην Αθήνα. Αγάπησε από μικρό παιδί τη θάλασσα και την ποίηση. Σπούδασε Ασυρματιστής, στην Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού(ΑΕΝ). Είναι απόστρατος Αξιωματικός του Λιμενικού Σώματος.
Στις γραφές του, με ποιητική διάθεση όπως τις αποκαλεί, διακρίνει κανείς την αγάπη του για τη θάλασσα, τον άνθρωπο και τον έρωτα. Η επαφή του με τους Ναυτικούς και το υγρό στοιχείο, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη ποιητική του έκφραση.
Ποιητικές του γραφές συμμετείχαν στο 2ο Πανελλήνιο διαγωνισμό, της Βιβλιοθήκης Σπάρτου Αιτωλοακαρνανίας, όπου ανάμεσα σε εκατοντάδες συμμετοχές, απέσπασε τη 4η θέση. Ποιήματα του έχουν δημοσιευθεί κατ’ επανάληψη σε λογοτεχνικά περιοδικά και έχουν μεταδοθεί από διαδικτυακά ραδιόφωνα.

«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιό περιβάλλον μεγαλώσατε;
ΑΝ.Δ.: Μεγάλωσα σε μια εργατική γειτονιά της Αθήνας. Πέρασα παιδικά ανέμελα χρόνια παίζοντας μπάλα στις αλάνες. Τα βράδυα μοσχοβόλαγε η γειτονιά μου γιασεμί και φούλια και την ημέρα τρέχαν τα όνειρα μας στις αυλές ανάμεσα απο βασιλικούς και γεράνια.
«Π»: Τι αναζητάτε μέσω της ποίησης; Είναι ο ποιητής σκαπανέας;
ΑΝ.Δ.: Νομίζω ότι η ποίηση είναι μια ανάγκη που θέλει να εκφράσει τον εσώτερο άνθρωπο, τη ψυχή παναπεί. Είναι μια διαδικασία αντίδρασης σε ό,τι συμβαίνει γύρω μου, ταυτόχρονα είναι για μένα λύτρωση, μια εξομολόγηση που πραγματοποιώ δημόσια.
Και βέβαια οι ποιητές πρέπει να αφουγκράζονται τα μηνύματα, την αγωνία των ανθρώπων και να προπορεύονται ανοίγοντας δρόμο για λύση στα ζητούμενα της κοινωνίας. Να δημιουργούν με τη γραφή τους τις προϋποθέσεις και τις ελπίδες επανεκκίνησης για την πραγμάτωση των ονείρων.
«Π»: Είναι η θάλασσα η μούσα σας;
ΑΝ.Δ.: Η θάλασσα είναι το φυσικό μας περιβάλλον, η πηγή της ζωής και γι΄ αυτό μας έλκει. Την αγάπησα απο μικρό παιδί, την χαίρομαι ως τα τώρα.
Τη δούλεψα στα μεγάλα θαλασσινά ταξίδια που έκανα σαν Ασυρματιστής, αλλά κι απ’ τη στεριά, απ το ντόκο αγναντεύοντάς την, υπηρετώντας ως Αξιωματικός στο Λιμενικό Σώμα. Μαγεύτηκα, τη λάτρεψα – σε όλους εμάς τους θαλασσινούς συμβαίνει λίγο ως πολύ αυτό. Δεν αντιστάθηκα στη σαγήνη της και μοιραία γίνηκε η μούσα μου!
«Π»: Έρωτας και θάλασσα, ποιές ομοιότητες έχουν;
ΑΝ.Δ.: Ο έρωτας όπως κι η θάλασσα δημιουργούν απρόβλεπτες καταστάσεις. Είναι παράτολμα μεγέθη ανυπόταχτα δεν τιθασεύονται δεν υπακούουν σε νόμους σε κανόνες. Απαιτούν τόλμη και σεβασμό.
«Π»: Ποιες δυνατότητες μας δίνει ο λόγος;
ΑΝ.Δ.: «Ο λόγος σάρξ εγένετο» γράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Κουβαλάμε μέσα μας το λόγο είναι σάρκα απ’ τη σάρκα μας. Είναι επικοινωνία ο λόγος, δίνει απαντήσεις στα μικρά καθημερινά πράγματα. Δημιουργεί τις απαραίτητες και αναγκαίες συνθήκες ν’ ανταμώνουμε (οι άνθρωποι), συντονίζονται οι ψυχές μας, στις υψηλές συχνότητες των συναισθημάτων – της χαράς, της θλίψης. Εκφράζουμε το θυμό, την οργή μας με αυτόν. Βρίσκουμε όμορφα λόγια να εκφράσουμε τον έρωτά μας. Για τους λογοτέχνες, για τους ποιητές ο λόγος είναι ο νοητός χρωστήρας που δημιουργεί τις εικόνες στις γραφές τους.
«Π»: Εχετε κάποια ποιητική εμμονή;
ΑΝ.Δ.: Εμμονικά αρέσκομαι στο να δημιουργώ εικόνες στην ποίηση μου.
Κάθε που βρίσκομαι στην αγαπημένη μου Αίγινα ατενίζοντας το λιμανάκι της Πέρδικας ή πιο πέρα ως εκεί που αξιώνονται τα μάτια μου, ακόμη και πίσω απο τα φυσικά εμπόδια που υψώνονται στην αντικρυνή στεριά… Δημιουργούνται συναισθήματα μέσα μου και κείνα με τη σειρά τους καπετανεύουν το μυαλό και τη ψυχή μου!
«Π»: Ο ποιητής, μέσω της γραφής του, δίνει απαντήσεις σε υπαρξιακά ερωτήματα;
ΑΝ.Δ.: Είναι γεγονός πως το ταξίδι προς τον εαυτό μας είναι πολύ μακρύ και βασανιστικό. Ο λόγος είναι πως ερχόμαστε σε επαφή με πράγματα, που ίσως αγνοούσαμε όπως τις αγωνίες, τους φόβους, τα κρυμένα μας όνειρα.
Ο ποιητής με τον τρόπο που σκέφτεται και γράφει δημιουργεί τις προϋποθέσεις κατά κάποιο τρόπο στον αναγνώστη, να δώσει ο ίδιος τις απαντήσεις. Είναι το μέντιουμ της φύσης, όπως γράφει ο Λόρκα. Αφουγκράζεται τις κοσμικές δονήσεις, δημιουργείται μέσα του μια κυματομορφή συναισθημάτων και ως παλμογράφος αποδίδει αυτό το γράφημα στη ποίησή του.
«Π»: Εγραψε ο Έλιοτ, «γράφουμε έχοντας πίσω μας κληρονομιά αιώνων». Αναλαμβάνει αυτην την ευθύνη ο ποιητής στην γραφή του;
ΑΝ.Δ.: Γράφω με δέος, αλλά με επίγνωση πως κουβαλάω την άσβεστη λυχνία της γραφής – μαζί με άλλους σύγχρονους ποιητές – που μας δόθηκε στη λαμπαδηδρομία των αιώνων. Νιώθω το ιερό χρέος ν’ αξιωθώ να κρατήσω ζωντανή τούτη τη φλόγα να την παραδώσω σε κείνους, που θα θελήσουν να συνεχίσουν τούτη τη δύσκολη διαδρομή.
«Π»: Η νέα ποιητική γενιά είναι νικημένη;
ΑΝ.Δ.: Καμιά ποιητική γενιά δεν πήγε χαμένη. Όλες άφησαν τα χνάρια τους στο πολιτιστικό μας περιβάλλον. Επομένως η σημερινή γενιά δεν θα μπορούσε και δεν είναι νικημένη. Με τσακιζει σαν σκέψη ότι θα μπορούσε να συμβεί…
«Π»: Τι σημαίνει για εσάς η ποίηση;
ΑΝ.Δ.: Μια λυχνία θυέλλης στα σκοτεινά, μονοπάτια του νου. Είναι σταγόνες λύτρωσης στις κακουχίες που βίωσα, στη δυσκολία της κάθε ημέρας. Επουλωτική ύλη οι λέξεις μου στις αιμμοραγούσες πληγές μου. Ποίηση είναι ο καθρέφτης της ψυχής, το νοητό κάτοπτρο για τις ηλιαχτίδες, που πυρπολούν τα ‘σώψυχα μου και τα κάνουν στίχους.
«Π»: Ποιους ποιητές θαυμάζετε;
ΑΝ.Δ.: Οδυσσέα Ελύτη, Γιάννη Ρίτσο, Κατερίνα Αγγελάκη Ρούκ, Πάμπλο Νερούντα, Νίκο Καββαδία,Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Σύλβια Πλάθ, Νίκο Καρούζο μεταξύ των άλλων.
«Π»: Πώς κρατάτε τους στίχους που σας έρχονται ως έμπνευση ξαφνικά;
ΑΝ.Δ.: Συνηθίζω να κρατώ σημειώσεις… φράσεις, λέξεις, στιγμές… ο,τιδήποτε οπουδήποτε κι αν βρίσκομαι. Ως κι απ’ τον ύπνο μου ξυπνώ και σημειώνω τις τυχαίες, απροσδόκητες λέξεις που μ’ επισκέπτονται, που γεννιούνται στο μυαλό μου και ταξιδεύω μαζί τους.
«Π»: Σε ποιο βιβλίο θα θέλατε να είστε ο συγγραφέας;
ΑΝ.Δ.: Θά ‘μουν περήφανος αν είχα γράψει το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη ή τον Επιτάφιο του Ρίτσου…
«Π»: «Πενθώ για τις χαμένες άνοιξες του κόσμου, για τα αγχωμένα του βράδυα τα ανέραστα τα ανυπόμονα πρωινά του», δικοί σας στίχοι απο το ποίημα σας Πενθώ. Έχει πολλούς λόγους να πενθεί ο ποιητής;
ΑΝ.Δ.: Για τις χαμένες ευκαιρίες της ανθρωπότητας. Για τον όλεθρο και την προσφυγιά που φέρνουν οι πολεμικές συρράξεις, για την Ειρήνη που είναι πάντα το ζητούμενο. «Για τα παιδιά που πεθαίνουν γιατί δεν περισσεύει
το ψωμί να φάνε κι εκείνα». Για τις κοινωνικές ανισότητες, το κοινωνικό αποκλεισμό, το ρατσισμό … Είναι μερικοί απ τους λόγους που θλίβεται, πενθεί ο ποιητής και αντιδρά άμεσα με τη γραφή του.
«Π»: Πώς βλέπετε τους νέους σήμερα;
ΑΝ.Δ.: Οι καιροί που ζούμε είναι δύσεκτοι για τους νέους. Το περιβάλλον μεσα στο οποίο μεγάλωσαν και μεγαλώνουν είναι μουντό, σκοτεινό ίσως εχθρικό γι’ αυτούς. Υπάρχει μια διάχυτη κρίση ιδεών και αξιών, που κατα την άποψη μου είναι πολύ μεγαλύτερη και σοβαρότερη της οικονομικής κρίσης.
Παρ’όλα αυτά οι νέοι περιμένω ν’αντιδράσουν, ν’ αγωνιστούν, ν’ απαιτήσουν το δικαίωμα τους στο όνειρο και να επανακτήσουν όλα εκείνα που τους στέρησαν!
«Π»: Τι θεωρείτε ότι προκάλεσε η οικονομική κρίση;
ΑΝ.Δ.: Τα θλιβερά αποτελέσματα της οικονομικής κρίσης είναι φανερά σε όλους μας και ίσως ήταν αναμενόμενα, έπειτα από την πλασματική ευμάρεια που ζήσαμε τα τελευταια, προ μνημονίων, χρόνια. Δημιούργησε πιστεύω την ευκαιρία τούτη η κρίση να αναζητήσουμε ξανά τα χνάρια των ιδανικών και αξιών, που πάντοτε είχαμε ως λαός. Πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τον αξιακό μας κώδικα. Αρκεί να ανακαλύψουμε και να δραστηριοποιήσουμε τη δυναμική της ελπίδας.
Αυτό θα μας δώσει χαρά και έμπνευση.
«Π»: Είναι η φύση της ποίησης αναρχική;
ΑΝ.Δ.: Η ποίηση δεν υπακούει σε αρχές και νόρμες. Είναι από τη φύση της αδέσμευτη κι ανυπότακτη. Η ποίηση είναι όνειρο. Είναι ο αγέρας της θάλασσας, που μόνο σιμά της μπορείς να νιώσεις την αρμύρα τη δροσιά της!
Έτσι κι η ποίηση πρέπει να πας με τα νερά της να σ’ ανταμείψει. Εκείνη κελεύει, βάνει το κανόνα κανείς άλλος.
«Π»: Τι σας οργίζει;
ΑΝ.Δ.: Η αδικία και οι δήθεν…
«Π»: Ποιά η γνώμη σας για τις γυναίκες ποιήτριες;
ΑΝ.Δ.: Το αρχαιότερο λογοτεχνικό είδος είναι η ποίηση. Η παρουσία της γυναίκας στον ποιητικό λόγο είναι έντονη από την εμφάνιση του. Οι σύγχρονες γυναίκες ποιήτριες συνεχίζουν να συμβάλλουν καθοριστικά στην εξέλιξη της λογοτεχνίας. Είναι οι ευαίσθητες χορδές της ψυχής τους, που δημιουργούν μια γλυκειά μελωδία λέξεων.
Οι γυναίκες ποιήτριες είναι δέκτες που ακροώνται και λαμβάνουν τα ερεθίσματα, που βρίσκονται στη νοητική ιονόσφαιρα – σε ιδιαίτερα υψηλές συχνότητες – και τα μετουσιώνουν σε τέχνη σε ποίηση. Με τρόπο μοναδικό, λεπτεπίλεπτο ζαφειρένιο περιγράφουν τον έρωτα, αλλά και με τρόπο δυναμικό ανυπέρβλητο τα κοινωνικά θέματα, γιατί η γυναίκα στις μέρες μας είναι εκεί έξω στη κοινωνία κι έχει να αντιπαλέψει ένα σωρό αντιξοότητες.
«Π»: Μελλοντικά λογοτεχνικά σχέδια;
ΑΝ.Δ.: Είμαι στη διαδικασία έκδοσης της επόμενης ποιητικής μου συλλογής.