Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

«Μακεδονικό» Θα το βρίσκουμε συνεχώς μπροστά μας

Από το πάθος και την ένταση στην έκφραση του πρωθυπουργού της πΓΔΜ Ζόραν Ζάεφ, τη στιγμή που απαντούσε σε ερώτηση σχετικά με την εξασφάλιση της μακεδονικής εθνότητας και γλώσσας για τους ομοεθνείς του κατοίκους της ελληνικής Μακεδονίας, την έκταση που πήρε το γεγονός στην ελληνική πολιτική επικαιρότητα και την αμήχανη αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης στο περιεχόμενο αυτής της απάντησης, αναδεικνύεται η προβληματικότητα της συμφωνίας που υπογράφτηκε στις Πρέσπες. Είναι φανερό πως τα προβλήματα που συνθέτουν το λεγόμενο «Μακεδονικό» θέμα δεν είναι εύκολο να αντιμετωπιστούν με μια συμφωνία που προωθήθηκε αφ’ ενός από την πίεση του πολιτικού χρόνου στις κυβερνήσεις των δύο χωρών και αφ’ ετέρου τις έξωθεν πιέσεις, όπως αποδεικνύεται από το έντονο ενδιαφέρον τρίτων για την αλλαγή των γεωπολιτικών συσχετισμών στη περιοχή. Είναι φανερό ότι η συμφωνία καθόλου ή ελάχιστα ασχολείται με τις πολύ σοβαρές άυλες παραμέτρους του προβλήματος. Τις σχετιζόμενες δηλαδή με τις πραγματικές ευαισθησίες των σημερινών κατοίκων των δύο χωρών. Κι’ αυτό ανεξάρτητα αν εδράζονται σε πραγματικά ή τεχνητά δεδομένα. Γεγονός είναι ότι πρόκειται για αυθόρμητες, ενστικτώδεις ευαισθησίες, που περιπλέκουν το πρόβλημα το δυσκολεύουν και το καθιστούν επικίνδυνο. Πολύ περισσότερο που μέσα σ’ αυτό το κλίμα ευνοούνται και εκδηλώνονται και ακραία σοβινιστικά πιστεύω και αντιλήψεις.

Eίναι γνωστό και αναμφισβήτητο ότι η μακεδονική εθνότητα και γλώσσα των σλάβων κατοίκων του τμήματος της Μακεδονικής έκτασης που περιλαμβανόταν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας (ΟΔΓ), τη σημερινή δηλαδή πΓΔΜ, είναι τεχνητά δημιουργήματα για να εξυπηρετηθούν οι επεκτατικές βλέψεις και οι πολιτικές ισορροπίες του περασμένου αιώνα στην περιοχή. Το σύνολο σχεδόν των σημερινών κατοίκων της γειτονικής χώρας πιστεύουν ακράδαντα ότι είναι απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου και μιλούν τη γλώσσα του, γιατί αυτό διδάσκεται στα σχολειά και αυτή ήταν η κυρίαρχη εθνική ιδεολογία της ΟΔΓ και στη συνέχεια του κράτους των Σκοπίων. Και η σημερινή γενιά των πολιτικών της χώρας αυτής αυτό διδάχθηκε και αυτό πιστεύει.
Και άρα αφού το κράτος των αρχαίων Μακεδόνων δεν περιοριζόταν στα όρια της σημερινής πΓΔΜ αλλά περιελάμβανε και την έκταση της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας, οι ομόγλωσσοί τους κάτοικοι ή γεννηθέντες στην έκταση αυτή που βρέχεται από τη θάλασσα του Αιγαίου είναι ομοεθνείς τους. Οι λεγόμενοι «Μακεδόνες του Αιγαίου». Έτσι εξηγείται και καλλιεργείται στη χώρα αυτή ο αλυτροτισμός.
Είναι πολύ δύσκολο, λοιπόν, αν όχι αδύνατο να πεισθεί ο σημερινός πολίτης της πΓΔΜ ανεξάρτητα αν ψηφίζει το κόμμα του Ζάεφ ή του Γκρούεφσκι ότι δεν είναι απόγονος των Μακεδόνων και δεν μιλάει τη γλώσσα τους. Το πάθος του σοσιαλιστή Ζάεφ, που δεν είναι και δεν θεωρείται εθνικιστής, με το οποίο μίλησε για τους ομοεθνείς του «Μακεδόνες του Αιγαίου» είναι αποκαλυπτικό αυτής της συλλογικής συνείδησης και ευαισθησίας των γειτόνων μας. Αν αυτό, ανεξάρτητα από τις σχετικές διατυπώσεις στη Συμφωνία των Πρεσπών, δεν βρεθεί τρόπος- διαδικασία να αλλάξει, η πλειοψηφία των κατοίκων της χώρας αυτής θα τείνει ευήκοο ους στις αλυτρωτικές σειρήνες εσαεί και το πρόβλημα θα είναι δικό μας, ως χώρα που δεν αναγνωρίζει και καταπιέζει μειονότητα.
Ας έρθουμε, τώρα, στη δική μας μεριά. Έχοντας όλα τα δίκαια και τα ατού με το μέρος μας, καταφέραμε και σ’ αυτό το θέμα (να μην ξεχνάμε το Κυπριακό) να είμαστε οι χαμένοι. Όπως είναι γνωστό, στις αρχές της δεκαετίας του 1990 όταν διαλύθηκε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας και στην ηγεσία της νεαρής τότε πΓΔΜ βρίσκονταν ηγέτες όπως ο Γκλιγκόροφ που βίωσαν τη τεχνητή μετάλλαξη των συμπατριωτών τους σλάβων σε «μακεδόνες», δηλαδή γνώριζαν και είχαν συνείδηση τις «εργαστηριακής» υβριδικής μακεδονικής εθνότητας, κάτω από τις νέες συνθήκες αποδέχονταν την πραγματικότητα και προσφέρονταν για ουσιαστικούς συμβιβασμούς που με το ηγετικό τους εύρος εγγυόταν την ευρεία αποδοχή και βιωσιμότητα τους. Τότε εμείς αντί να αξιοποιήσουμε τα ευνοϊκά δεδομένα της συγκυρίας, καβαλήσαμε το Βουκεφάλα, φορέσαμε τη μακεδονική φουστανέλα και με τη σάρισα του οικονομικού αποκλεισμού πιστεύαμε ότι θα τους εξαναγκάσουμε να αποδεχτούν εθνικότητα και γλώσσα διαφορετική από αυτήν που από γεννησιμιού τους διδάσκονταν. Φυσικά δεν αργήσαμε να προσγειωθούμε, σε μεσοβέζικες λύσεις (μη λύσεις) για να σώσουμε τα προσχήματα, και στη συνέχεια, παρά τα λάθη και τις υπερβολικές προκλήσεις της άλλης πλευράς, που δικαίωναν τις θέσεις μας στη διεθνή κοινότητα, κινδυνεύουμε να χάσουμε – αν δεν χάσαμε ήδη – τη δυνατότητα να συμπεριληφθεί στη Συμφωνία δικλίδα – με διεθνείς εγγυήσεις – που να αποτρέπει αλυτρωτικές βλέψεις του μακεδονικού εθνικού φαντασιακού των γειτόνων μας.
Χωρίς αμφιβολία το «μακεδονικό» αποτελεί εκκρεμότητα που προκαλεί διάφορα προβλήματα στις σχέσεις της χώρας μας όχι μόνο με την πΓΔΜ αλλά και με πολλά άλλα κράτη. Πρέπει λοιπόν να λυθεί. Αλλά να λυθεί στη βάση των πραγματικών δεδομένων με αμοιβαίες υποχωρήσεις που θα αποκλείουν μελλοντικές αμφισβητήσεις και τριβές μεταξύ των δύο λαών. Μια τέτοια ουσιαστική υποχώρηση από την πλευρά μας υπήρξε η αποδοχή της ονομασίας «Μακεδονία» με γεωγραφικό προσδιορισμό. Η άλλη πλευρά δεν έδωσε αλλά πήρε. Δύο καίρια δεδομένα, εθνότητα και γλώσσα, ορίζονται με τον επιθετικό προσδιορισμό «μακεδονική» που δηλώνει, ανεξάρτητα από τις όποιες διατυπώσεις στη Συμφωνία, εθνική καταγωγική σχέση με τους αρχαίους Μακεδόνες. Αυτό ακριβώς πυροδοτεί και τις αντιδράσεις στο εσωτερικό μας.
Εδώ εντοπίζονται και οι ευθύνες της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η συμφωνία μπορούσε να είναι διαφορετική και να μην επιτρέπει παρερμηνείες και στρεβλώσεις. Αυτό όμως προϋπέθετε διαβούλευση, συναίνεση, αξιοποίηση του εξαιρετικά έμπειρου διπλωματικού και εξειδικευμένου επιστημονικού δυναμικού που διαθέτει η χώρα μας και διαμόρφωση ενιαίας θέσης και κόκκινων γραμμών. Μια τέτοια διαδικασία θα επέτρεπε στη κυβέρνηση να επιτύχει μια συμφωνία εκατέρωθεν αποδεκτή και μη επιδεχόμενη παρερμηνείες, γεγονός απόλυτα εφικτό με τα δεδομένα της συγκυρίας που πίεζαν για επίτευξη λύσης και έχοντας φυσικά τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού στήριγμά της.
Δυστυχώς, ο ΣΥΡΙΖΑ κατατρύχεται από την ιδεοληψία της μοναδικότητας. Κάθε γνώμη και άποψη που δεν προέρχεται και δεν ελέγχεται από τον ίδιο δεν είναι δυνατό να αποσκοπεί υπέρ του λαού. Αυτή η ιδεοληπτική εμμονή τον οδηγεί από αποτυχία σε αποτυχία με τα γνωστά αποτελέσματα που διαιωνίζουν και επιδεινώνουν τις συνέπειες της γενικής κρίσης που πλήτει τη χώρα και το Λαό μας.
Κλείνω με τη τελευταία παράγραφο του άρθρο μου «Μακεδονία ξακουστή»*, αναφορά στους ανά τις χιλιετίες ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ :
«Μακεδονία …ξακουστή λοιπόν ! Πατρίδα Ελλήνων, Βουλγάρων, Σέρβων, Τούρκων, Αλβανών, Σλάβων, Αρμενίων, Βλάχων, Τσιγγάνων, Χριστιανών, Μουσουλμάνων, Εβραίων. Όσων ανά τους αιώνες και τις χιλιετίες γεννήθηκαν, έζησαν, καλλιέργησαν τα χώματά της, συνέβαλλαν στη δημιουργία των γλωσσών και των άπειρων γλωσσικών ιδιωμάτων, των πολιτισμών και της πολιτισμικής ποικιλομορφίας της σημερινής και της πάλαι ποτέ χώρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου».

*Άρθρα μου για το «Μακεδονικό» 17/6/2018 και 16/2/2018 στον «ΠΑΛΜΟ» και Σεπτέμβρης 2008 στην «ΗΧΩ».