Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Ο Ψυχάρης & το έργο του (1854-1929), Γράφει ο Γεράσιμος Μασούρας

Ο Γιάννης Ψυχάρης, ο γλωσσολόγος θεωρητικός του δημοτικισμού, γεννήθηκε στην Οδησσό της Ρωσίας στις 15 Μαΐου 1854 από χιώτικη οικογένεια. Γιος του Νικολάου Ψυχάρη από τη Χίο. Μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη και ολοκληρώνοντας την εγκύκλια μόρφωσή του, σε ηλικία 15 ετών έφυγε για τη Μασσαλία (Γαλλία), όπου έμεινε κοντά στον θείο του, ολοκληρώνοντας τη γυμνασιακή μόρφωση. Εκεί και αργότερα στη Γερμανία σπούδασε φιλολογία, φιλοσοφία και έγινε καθηγητής της νεοελληνικής γλώσσας στη Σχολή Ανώτερων Σπουδών στο Παρίσι και αργότερα καθηγητής του Γαλλικού Πανεπιστημίου των ανατολικών γλωσσών. Σπούδασε επίσης Αρχαία Λατινική και Γαλλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης στο Παρίσι και Γερμανία Γερμανική Φιλολογία κα΄θως και Μεσαιωνική.

Παντρεύτηκε την κόρη του Γάλλου σοφού και συγγραφέα Ερνέστου Ρενάν. Εκείνο που χαρακτηρίζει όλη τη ζωή του Ψυχάρη ήταν η επίμονη και ακούραστη δουλειά και η μαχητικότητά του που δεν σταμάτησε ως τις τελευταίες μέρες της ζωής του. Στη δουλειά έβρισκε ξεκούραση και παρηγοριά για την «αρρώστια του που τον βασάνιζε». Οι γιατροί του είχαν κόψει το ένα πόδι, που είχε πάθει γάγγραινα. Κι όμως δεν σταμάτησε την πνευματική του δραστηριότητα.
Στην αγωνιστική του αδιαλλαξία χρωστάει το γεγονός ότι δεν μπόρεσε η καθαρεύουσα να εισχωρήσει μέσα στο γραφτό λόγο, να τον χαλάσει και να τον εκτοπίσει όπως έγινε τελευταία στα άθλια χρόνια των «νεώτερων γενεών».
Ο Ψυχάρης είχε προσωπικότητα πολύπλευρη και πληθωρική. Γάλλος πολίτης και Έλληνας πατριώτης, λογοτέχνης και επιστήμονας, δεν στάθηκε ωστόσο σε κανένα σημείο ερασιτέχνης· αντίθετα, ό,τι τον χαρακτηρίζει σε όλα του τα φανερώματα είναι η απόλυτη αφοσίωση, η εμμονή στις ιδέες του, η αποφυγή κάθε συμβιβασμού, που φτάνει συχνά ως το πείσμα και το φανατισμό. Έτσι και τη στάση του στο γλωσσικό ζήτημα τη χαρακτηρίζει τόλμη, αποφασιστικότητα και έλλειψη συμβιβασμού· το κήρυγμά του από την πρώτη στιγμή στάθηκε πως δεν χρειάζεται να περιμένουμε, πως πρέπει η δημοτική να γραφτεί αμέσως, στην ποίηση, στην πεζογραφία, παντού, και να γραφτεί με όλους τους κανόνες της (τη γραμματική της, το τυπικό της), χωρίς καμία υποχώρηση προς τα καθιερωμένα. Αδιάφορο αν η πράξη τόσων χρόνων που πέρασαν από τότε ανάγκασε τη γραφομένη (δημοτική) γλώσσα να κάνει ορισμένους «συμβιβασμούς» που απέρριπτε ο Ψυχάρης, πρέπει, προς τιμήν του, να του αναγνωριστεί πως με την τολμηρή και αδιάλλακτη στάση του προχώρησε αποφασιστικά το γλωσσικό ζήτημα, θέμα βασικό και καίριο στη διαμόρφωση της νεοελληνικής πνευματικής ζωής γενικά.
Ο Ψυχάρης έγινε αναμφισβήτητα αρχηγός του «δημοτικισμού» και η επίδρασή του, άμεση και έμμεση, στους σύγχρονους και στους μεταγενέστερους στάθηκε απροσμέτρητη. Μαζί με τον Παλαμά είναι τα χρόνια αυτά η πιο σημαντική μορφή των γραμμάτων μας.
Πληθωρική φυσιογνωμία καθώς ήταν, ο Ψυχάρης έγραψε κι ένα πλήθος έργα λογοτεχνικά: τα λογοτεχνικά του προσόντα δεν είναι ασήμαντα, ωστόσο η αξία του και η σημασία του δεν βρίσκονται στη λογοτεχνική του παραγωγή.
Η λογοτεχνική τάση υπάρχει κιόλας στο «Ταξίδι» κι αυτό το κάνει ευχάριστο στο διάβασμα. Από τα καθαρά λογοτεχνικά του έργα το πιο πετυχημένο είναι το Όνειρο του Γιαννίρη (1897), είδος ωραιοποιημένης αυτοβιογραφίας, που περιέχει ωστόσο (στο δεύτερο ιδίως μέρος) σελίδες γεμάτες λυρισμό. Επηρεάστηκε από τα λογοτεχνικά ρεύματα της Γαλλίας, επιχείρησε κυρίως να καλλιεργήσει το ψυχολογικό μυθιστόρημα (Ζωή κι αγάπη στη μοναξιά, Τα δύο αδέρφια 1911, Αγνή 1913 κ.α.) αλλά χωρίς επιτυχία. Ζώντας μακριά από την Ελλάδα, δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στη σύγχρονη νεοελληνική πραγματικότητα, που την ώρα εκείνη περνούσε ακόμα (και με επιτυχία) το στάδιο του ηθογραφικού διηγήματος. Αντίθετα, εκεί που ο Ψυχάρης πετυχαίνει και δημιουργεί ένα εντελώς δικό του προσωπικό ύφος, είναι μερικά μικρά του λυρικά πεζογραφήματα (είδος πεζοτράγουδα) σε ρυθμό πεζό λόγο, όπου η τρυφερότητα των αισθημάτων εκφράζεται άρτια με τη μελωδικότητα και την αβρότητα του λόγου.
Ο Ψυχάρης είχε πλούσιο συγγραφικό έργο. Έγραψε ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά έργα αλλά και δοκίμια, πάνω στο γλωσσικό ζήτημα και ήταν σημαντικότατη η προσφορά του στην ελληνική γλώσσα. Αγωνίστηκε με επιμονή για την καθιέρωση της τότε περιφρονημένης γλώσσας του λαού, της δημοτικής, σε επίσημη γλώσσα του ελληνικού κράτους. Από τις παραμονές της Επανάστασης του 1821, ο Βηλαράς, ο Καταρτζής, ο Χριστόπουλος και άλλοι προσπάθησαν να καθιερώσουν τη δημοτική ως εθνική γλώσσα.
Λίγα χρόνια αργότερα, τον Μάιο του 1823, ο Διόνυσος Σολωμός έγραψε τον Ύμνον εις την Ελευθερία στη Δημοτική που το 1865 έμελλε να γίνει ο Εθνικός Ύμνος της Ελλάδας, όμως μόνο με τον Γ. Ψυχάρη το κίνημα του δημοτικισμού αποκτά την καθοδήγηση και τη δύναμη που χρειαζόταν για να αντιταχθεί στους υποστηριχτές της καθαρεύουσας.
Το 1886 ο Ψυχάρης ταξιδεύει στην Ελλάδα. Τόσο την ελεύθερη όσο και τη σκλαβωμένη από τους Τούρκους, και εμπνέεται από τις εμπειρίες που απέκτησε, γράφοντας, το 1888, το πεζογράφημα «Το Ταξίδι μου», ένα έργο σταθμός στην προσπάθεια των δημοτικιστών.
Ο Ψυχάρης απορρίπτει συλλήβδην την καθαρεύουσα ως τεχνητή γλώσσα που καταστρέφει και την αρχαία και τη δημοτική γλώσσα των λαών και επικρίνει τους δασκάλους που επιμένουν στη χρήση της ενίοτε με κωμικοτραγικά αποτελέσματα.
Το έργο αυτό τυπώθηκε στη Γαλλία και είναι το πρώτο πεζογράφημα που γράφτηκε με όλους τους κανόνες της νεοελληνικής γραμματικής.
Ο Ψυχάρης είχε μελετήσει τη γλώσσα του λαού, τα τραγούδια, τους μύθους και τις παραδόσεις και αποτύπωσε με σαφήνεια το σύστημα που λειτουργεί η λαϊκή μας γλώσσα. Το συγκεκριμένο έργο έλαβε ιδιαίτερα αρνητικές κριτικές από τους υπερασπιστές της καθαρεύουσας και γενικά των συντηρητικών κύκλων. Ανάμεσα σε άλλους ο Γεώργιος Χατζιδάκης, ο Άγγελος Βλάχος και ο Κωνσταντίνος Κόντος ενώ θετική αποδοχή είχε από λογοτέχνες και διανοούμενους όπως οι Ιάκωβος Πολυλάς, Αργύρης Εφταλιώτης, Αλέξανδρος Πάλης και Αλέξανδρος Δελμούζος.
Εκτός από τις συγκρούσεις και τις κριτικές από τους υπέρμαχους της καθαρεύουσας ο Ψυχάρης είχε συγκρουστεί και διαφωνήσει και με δημοτικιστές, οι οποίοι ήταν αντίθετοι με τη μορφή του δημοτικισμού που υποστήριζε.
Στον Δροσίνη και στον Παλαμά και στο περιοδικό τους, την Εστία, συμπαραστάθηκε όχι μόνο ο Ν. Πολίτης, που μάλιστα για μικρό διάστημα διετέλεσε και συνδιευθυντής αλλά και ο Ροΐδης, ο οποίος όμως, κατά τα λεγόμενα του Δροσίνη, περιοριζόταν σε συμβουλές για το τί δεν έπρεπε να κάνουν.
Ο Γιάννης Ψυχάρης σταδιοδρόμησε ως πανεπιστημιακός καθηγητής και συγγραφέας μυθιστορημάτων στα γαλλικά. Γι’ αυτό η υπόθεση της δημοτικής προσλαμβάνει διαστάσεις εθνικές, με την έννοια ότι διεξάγει αγώνα για να απελευθερώσει τους συμπατριώτες του από τα δεσμά της καθαρεύουσας και από τις υποθήκες του λογιοτατισμού.
(Συνεχίζεται)