Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Η δια τεχνασμάτων εξαπάτηση. Κοινώς παπατζιλίκι, του Νέστορα Χατζούδη

ΧΩΡΙΣΜΟΣ
ΚΡΑΤΟΥΣ – ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Θα αποτελούσε ευχάριστη και αισιόδοξη έκπληξη αν η «αριστερή» προγραμματική θέση του ΣΥΡΙΖΑ για χωρισμό Κράτους και Εκκλησίας, έστω και προς τη δύση της κυβερνητικής του θητείας, προωθούνταν με ειλικρινή διάθεση ώστε αυτό το χρονίζον θέμα να τεθεί επιτέλους σε τροχιά οριστικής λύσης.
Θέτω το «αριστερή» σε εισαγωγικά γιατί η αντιμετώπιση αυτής της εκκρεμότητας που μας απασχολεί διαχρονικά, αφορά ένα θέμα που συνιστά οργανικό στοιχείο του Αστικού Δημοκρατικού Πολιτεύματος και το αριστερό πρόσημο περισσεύει. Ήδη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες με αστικοδημοκρατικό πολίτευμα το θέμα αντιμετωπίστηκε από το 19ο ακόμα αιώνα και οι αρμοδιότητες Κράτους και Εκκλησίας δεν εμπλέκονται. Η αυστηρή ουδετερότητα του Κράτους διασφαλίζει το σεβασμό των θρησκευτικών πεποιθήσεων και δικαιωμάτων όλων των κατοίκων της χώρας.
Τις μέρες αυτές από τον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο διακινήθηκε ένας τεράστιος όγκος σχετικών με τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας πληροφοριών και αρθρογραφίας. Το συμπέρασμα είναι ότι επειδή, για ιστορικούς λόγους, το θέμα είναι ιδιαίτερα περίπλοκο και σοβαρό η αντιμετώπισή του δεν θα είναι ούτε εύκολη ούτε σύντομη. Πολύ περισσότερο που με τις συνήθεις πρακτικές της η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, αλλού να στοχεύει και αλλού να θέλει να οδηγούνται οι πρωτοβουλίες της, έχει ως αποτέλεσμα την αυτοϋπονόμευσή τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση υπονόμευσε όχι μόνο τη λύση αλλά και την όποια προετοιμασία για εξεύρεση λύσης. Ταυτόχρονα σχεδόν, με τη γνωστοποίηση της «ιστορικής συμφωνίας» για το «χωρισμό» Κράτους και Εκκλησίας, φωτίστηκε και η πραγματική κυβερνητική επιδίωξη.
Στην πρεμούρα της η Κυβέρνηση να παρουσιάσει το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης με την Εκκλησία θετικό υπέρ της χειμαζόμενης τάξης των εργαζομένων, προκειμένου να περιορίσει τις αναπόφευκτες εσωκομματικές – εξ αριστερών – αντιδράσεις, αποκάλυψε τη βασική αν όχι μοναδική στόχευση της πρωτοβουλίας της. Τη τεχνητή δημιουργία δηλαδή 10.000 θέσεων στο Δημόσιο με την αφαίρεση της ιδιότητας του δημόσιου υπαλλήλου από τους παππάδες και καταβολή του ισόποσου της μισθοδοσίας τους ως επιχορήγηση στην Εκκλησία. Δηλαδή με αυτό «το ιστορικό βήμα προς τα εμπρός» επιδίωξε να επικοινωνήσει αίολες ελπίδες για βολέματα. Ψηφίστε με, διαλαλεί, αν θέλετε να ελπίζεται σε μια θέση στο Δημόσιο. Με άλλα λόγια ψευδεπίγραφη θρησκευτική ουδετερότητα του Κράτους για το κομματικό ακροατήριο και για τους ψηφοφόρους, ενόψει εκλογών, ελπίδες – ΣΥΡΙζαϊκής αξιοπιστίας φυσικά – για 10.000 ζηλευτές θέσεις στο Δημόσιο.
Μιλάμε για παππατζιλίκι μεταδιδακτορικού επιπέδου.
Η πολιτική ντρίπλα βέβαια δεν πέρασε. Το «Ιστορικό βήμα προς τα εμπρός» του Πρωθυπουργού και η «ιστορική συμφωνία» του με τον Προκαθήμενο της Εκκλησίας την επομένη κιόλας έγινε … πρόθεση συμφωνίας, άρχισε να βάλλεται πανταχόθεν, να …ψαλιδίζεται και τελικά να απορρίπτεται ή να βρίσκεται στον αέρα. Ήταν επόμενο, αφού για ένα τόσο ακανθώδες και ευαίσθητο θέμα δεν τηρήθηκαν ούτε οι στοιχειώδεις τυπικές δημοκρατικές διαδικασίες. Δεν ρωτήθηκαν έστω «για τα μάτια» τα κόμματα ούτε καν οι ενδιαφερόμενοι φορείς της Εκκλησίας. Οι δυο τους τα συζήτησαν και τα αποφάσισαν. Δεν χρειαζόταν εξάλλου, αφού το ζητούμενο δεν ήταν η λύση του προβλήματος αλλά η επικοινωνιακή αξιοποίηση του προς άγρα ψήφων.

ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Με την απόφαση της Κυβέρνησης να προχωρήσει στην Αναθεώρηση του Συντάγματος, που την εξήγγελλε και την προετοίμασε το 2016 αλλά την είχε ξεχασμένη και στο περίμενε επί 2 χρόνια, εκ των πραγμάτων εγείρονται ερωτηματικά για τους λόγους του ξαφνικά επείγοντος και αναγκαίου. Μια πειστική εξήγηση στο λαό που η ζωή του θα οριοθετείται μελλοντικά από το νέο περιεχόμενο των προς αναθεώρηση άρθρων, κατά τη γνώμη μου, έπρεπε να προηγηθεί, για να γίνει κατανοητή και αποδεκτή η βιασύνη.
Κι αυτό γιατί όταν μιλούμε για ΣΥΝΤΑΓΜΑ αναφερόμαστε στο νομικό πυρήνα του κράτους από τον οποίο πηγάζουν το πολίτευμα, η οργάνωση της κρατικής δομής και οι σχέσεις του με την κοινωνία. Και φυσικά οι όποιες αλλαγές για να είναι λειτουργικές θα πρέπει να είναι αποδεκτές από τη κοινωνική πλειοψηφία.
Για να επιτευχθεί όμως αυτό είναι αναγκαία η θεσμική και πολιτική συναίνεση την οποία επικαλείται η κυβέρνηση και φυσικά όφειλε να την εξασφαλίσει τουλάχιστον ως προς τα προς αναθεώρηση άρθρα. Αν τηρούνταν αυτή η αναγκαία δημοκρατική διαδικασία είναι βέβαιο ότι ταυτόχρονα θα διαπιστώνονταν και οι συγκλήσεις και αποκλίσεις μεταξύ των κομμάτων ως προς τους στόχους της αναθεώρησης γεγονός που θα διευκόλυνε και τη κατανόησή τους από τους πολίτες.
Δυστυχώς όμως και ως προς αυτό το ιδιαίτερα σοβαρό θέμα η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ διεκδικεί την αποκλειστική αλήθεια για το πώς πρέπει να οργανωθεί και να λειτουργεί το Κράτος. Οι θέσεις όλων των άλλων κομμάτων είναι ξεπερασμένες και οι απόψεις τους ύποπτες για αντιλαϊκές προθέσεις. Γι’ αυτό και δεν την απασχόλησε το θέμα της συναίνεσης, πέραν της επίκλησης της. Αφού οι δικές της προτάσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος είναι …πλήρεις και …ανταποκρίνονται στις ανάγκες του Λαού τα άλλα κόμματα οφείλουν να τις δεχτούν και έτσι …συναινετικά να τις ψηφίσουν όλοι μαζί στη Βουλή!
Ο κ. Γ. Κατρούγκαλος Υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ και Συνταγματολόγος τη θέση αυτή τη διατύπωσε εντελώς ωμά με το δικό του αποκαλυπτικά κυνικό λόγο, σε σχετική με την συνταγματική αναθεώρηση συζήτηση στο Ίδρυμα Κων. Τσάτσου: ανεξάρτητα από το αν επιτύχει ή όχι η αναθεώρηση που προωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ το σημαντικό είναι «να ματαιώσουμε τα σχέδια της Ν.Δ. για μια δεκαετία να αναθεωρήσει το Σύνταγμα λόγω της συνταγματικής απαγόρευσης να εκκινήσει νέα διαδικασία για πέντε χρόνια» (εφημ. Καθημερινή 21/10/18).
Με άλλα λόγια για το ΣΥΡΙΖΑ ούτε επείγον είναι ούτε αναγκαιότητα υπάρχει ούτε συναίνεση χρειάζεται, αν δεν αφορούν τη δική του πρόταση για την αναθεώρηση του Συντάγματος…!
Διακατεχόμενοι από την ιδεοληψία της μοναδικότητας και της ιστορικής αποστολής, παγίως άλλα λένε, άλλα έχουν κατά νου και άλλα πράττουν…!