Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Φιλμ νουάρ για φιλάθλους, Γράφει ο Βαγγέλης Ντάλης

Σάββατο απογευματάκι και στην ψαροταβέρνα «Το κοκκινόψαρο» υπήρχε μια χαλαρή ατμόσφαιρα. Οι οικογένειες είχαν φύγει και στο μισοάδειο παραδοσιακό στέκι της Πειραϊκής είχαν απομείνει μόνο παρέες ενηλίκων για να απολαύσουν τους εκλεκτούς ψαρομεζέδες, πίνοντας και συζητώντας εν ευθυμία.

Το μαγαζί ήταν υπερυψωμένο, είχε ωραία θέα, ευχάριστο περιβάλλον, πολύ καλό σέρβις και ποικιλία στα πιάτα του και αυτό το ηλιόλουστο φθινοπωρινό απόγευμα δεν έκανε σε κανέναν καρδιά να φύγει. Αυτός είναι και ο λόγος που ως μαγαζί είχε πάντα κόσμο εδώ και δεκαετίες. Αν και είχε αλλάξει πολλές φορές ιδιοκτήτη στα τόσα χρόνια, όχι μόνο δεν έχανε ποτέ την πελατεία του αλλά αυτή ανανεώνονταν συνεχώς. Ανανεώνονταν και το ίδιο όμως, επένδυε, δεν επαναπαύονταν. «Μαγαζί γωνία», που λέμε.
Σπεσιαλιτέ του ο «γάβρος μαρινάτος». Ο ιδιοκτήτης του, ο Βαγγέλης, αν και είχε πολλές άλλες δουλειές αφιέρωνε χρόνο στην ψαροταβέρνα του. Ήταν το μαγαζί που τον πήγαινε από μικρό ο πατέρας του οικογενειακά τις Κυριακές με παρέες και φίλους και είχε δεθεί συναισθηματικά. Αν και έβγαζε λεφτά, δεν το έβλεπε τόσο ως επιχείρηση όσο ως μεράκι. Γι’ αυτό και ήταν απαιτητικός με το προσωπικό του. Δεν δίσταζε να απολύσει τον καλύτερο, αν δεν γινόταν η δουλειά όπως αυτός ήθελε. Από τις άλλες του επιχειρήσεις, καράβια κλπ. έβγαζε πολύ περισσότερα αλλά τα Σαββατοκύριακα τα αφιέρωνε στο «Κοκκινόψαρο».
Με τους πελάτες δεν είχε ο ίδιος πολλά – πολλά παρ’όλο που και πολλές άλλες δουλειές έκλεινε στο μαγαζί του και κόσμος από άλλες γνωριμίες έρχονταν και παραδοσιακούς πελάτες είχε. Να, ο κυρ Γιάννης, ας πούμε, είχε αρχίσει να έρχεται τον τελευταίο καιρό στο μαγαζί. Παλιά πήγαινε σε πολυτελή εστιατόρια στο Κολωνάκι ή το Ψυχικό αλλά τον τελευταίο καιρό περνούσε φάση μοναξιάς. Παλιά ήταν κρεατοφάγος αλλά τα τελευταία χρόνια προτιμούσε τις πράσινες σαλάτες. Η πρασινάδα ήταν υποχρεωτική στο τραπέζι του. Έκανε το μαγαζί στέκι του απογοητευμένος από το άλλο, της μεγάλης Λεωφόρου.
Αλλά κι ο άλλος ο επιχειρηματίας, ο Γιώργος ο πετρελαιάς, αν και λάτρης της βορειοελλαδίτικης πικάντικης κουζίνας, ερχόταν συχνά-πυκνά στο μαγαζί. Τα μπουρεκάκια για ορεκτικό ήταν η αδυναμία του, αν και από συνήθεια ξεχνιόταν και ζητούσε μπουγάτσα με τυρί ή κιμά. Τον τελευταίο καιρό όμως είχαν μεγαλώσει οι δουλειές του κι έλειπε συχνά σε ταξίδια οπότε δεν τον πολυέβλεπαν. Μόνο κάτι επαγγελματικά τραπέζια είχε κάνει.
Ο Βαγγέλης δεν είχε πολύ όρεξη σήμερα. Σα να είχε βαρύ κεφάλι, σα να είχε την κατήφεια του μουντού καιρού παρά τη λιακάδα, σα να είχε κακό προαίσθημα, κάθονταν στο γραφείο του στο πατάρι και αμήχανα τάιζε τα χρυσόψαρα που είχε στη μεγάλων διαστάσεων, σα γήπεδο ποδοσφαίρου, γυάλα τους. Πού και πού έριχνε καμιά ματιά στις οθόνες του κλειστού κυκλώματος που παρακολουθούσε το μαγαζί αλλά δεν είχε και κάτι ενδιαφέρον να δει.
Τη μονοτονία έσπασε με μιάς η παράξενη παρέα που μπήκε στο μαγαζί. Ένας ηλικιωμένος άνδρας με σοβαρό σεβάσμιο πρόσωπο, άσπρη γενειάδα, σπινθηροβόλο βλέμμα και περπάτημα που έδειχνε άνθρωπο πολύ δραστήριο για την ηλικία του. Το ντύσιμό του κλασικό κι απλό. Πουκάμισο κι ανοιχτό σακάκι. Μόνο η τοποθέτηση του σώματός του είχε κάτι παράξενο. Το δεξί του χέρι ήταν λυγισμένο με την παλάμη στο ύψος της ζώνης και ελαφρώς πίσω στη μέση. Τον συνόδευαν και τρεις κουστουμαρισμένοι ογκώδεις και γεροδεμένοι νεαρότεροι άνδρες με μαύρο κουστούμι και άσπρο πουκάμισο, μαύρη γραβάτα. Ο ένας πήγαινε μπροστά του κι οι άλλοι δύο ένα μέτρο πίσω του, έχοντας κι αυτοί το ένα χέρι κάπως μέσα από το σακάκι.
Ο γηραιός άνδρας ζήτησε τραπέζι σε άκρη, ώστε να έχουν την πλάτη στον τοίχο. Τους δόθηκε μία γωνία ώστε όλοι να ακουμπάνε πλάτη και για αρχή, μέχρι να δουν τον κατάλογο παρήγγειλαν βότκα. Μόνο που τη ζήτησαν σε μεταλλικές κούπες… Α, και ρώτησαν αν το μαγαζί σερβίρει χαβιάρι… Προφανώς δεν ανήκαν στο συνηθισμένο είδος παρέας που έρχονταν στο μαγαζί.
Ο Βαγγέλης τους περίμενε. Τρία-τέσσερα λεπτά πριν εμφανιστούν είχε πάρει τηλέφωνο ο Δημήτρης, ο ιδιοκτήτης του βενζινάδικου, στην άλλη γωνία. «Αν τα δύο μεγάλα μαύρα τζιπ που τώρα βάζουν βενζίνη σε μένα, έρθουν σε σένα, να είσαι ψύχραιμος. Μπορεί να μπλέξεις άσχημα». Κι έκλεισε απότομα το τηλέφωνο!
Ο Δημήτρης ήταν χωμένος σε όλα τα κόλπα, σε απίθανες καταστάσεις. Παλιά είχε λογιστικό γραφείο στον Πειραιά. Λέγονταν κι ακούγονταν πολλά γι’ αυτόν. Το ΣΔΟΕ άρχισε να κάνει όλο και πυκνότερα επισκέψεις στο γραφείο του. Είχε παρεπεμφθεί σε δίκες αλλά μια μέρα έπιασε φωτιά το γραφείο του και παραγράφηκαν όλα. Χάθηκε για ένα διάστημα και μετά βρέθηκε να είναι ιδιοκτήτης βενζινάδικων. Είχε μάλιστα και δικά του καράβια που μετέφεραν τα καύσιμα. Εμφανίστηκε πάλι εντυπωσιακά και «ψήλωσε» απότομα. Είχε εισάγει και εταιρεία στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης αλλά μετά από ένα διάστημα τον έδιωξαν. Κανείς δεν ήξερε να πει τι ακριβώς έγινε.
Είχε κι αυτός τις λόξες του αλλά στην ικανότητα να ανοίγει δουλειές χωρίς να έχει λεφτά δεν τον έφτανε κανείς. Ο αθεόφοβος είχε πάρει επιχορήγηση για να χτίσει ιδιόκτητη εκκλησία σε κοινόχρηστο χώρο. Την Αγιά Σοφιά. Είχε μάλιστα φανατίσει τόσο τους πιστούς ώστε αυτοί έκαναν συλλαλητήριο εναντίον όσων διαμαρτύρονταν για την καταπάτηση του δημόσιου χώρου. Είχε πείσει, γύρευε πώς, διάφορους κρατικούς ότι το έργο γίνονταν για να μπορούν να προσκυνάνε οι πιστοί. Κι ας ήταν ιδιόκτητο κι ας πλήρωναν εισιτήριο οι πιστοί.
Τις σκέψεις του Βαγγέλη διέκοψε μια ακόμα εντυπωσιακότερη είσοδος. Τρεις λυγερόκορμες κοπέλες, ντυμένες χανούμισες, μπήκαν με συνοδεία ορχήστρας στο μαγαζί και κατευθύνθηκαν αμέσως στο παράξενο τραπέζι περιμένοντας να τους κάνουν νόημα να αρχίσουν το χορό. Ο Βαγγέλης ένιωσε να ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι του. «Ε, όχι ως εδώ», μονολόγησε θυμωμένος. Πήρε τη θήκη κι ετοιμάστηκε να κατέβει κάτω.
Τον σταμάτησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Δημήτρης : «Αν τον δεις να βάζει το χέρι πίσω στο σακάκι, φώναξε σε όλους να πέσουν κάτω από τα τραπέζια. Θα γίνει φονικό».