Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Οι τελευταίες μέρες της Πομπηίας…

Το «πρώτο θέμα» στην πλειοψηφία του ελληνικού αλλά και του ευρωπαϊκού γραπτού και ηλεκτρονικού τύπου είναι η ανταλλαγή του Ελληνικού Δημοσίου Χρέους, μέσω της Συμμετοχής του Ιδιωτικού Τομέα, το γνωστό σε όλους μας πια PSI. Αυτών των τριών λατινικών γραμμάτων, που προσφάτως έγινε μέρος της ζωής μας και παράγοντας διαμόρφωσης του μέλλοντός μας.

H Ελλάδα πρόκειται να αντιμετωπίσει ένα τεράστιο πρόβλημα αναχρηματοδότητησης τον προσεχή Μάρτιο, αν η συμφωνία πακέτο δεν κλείσει άμεσα. Για την ακρίβεια, αν δεν έχει κλείσει τη στιγμή που διαβάζετε αυτές τις γραμμές.
Αλλά το πιο σημαντικό από όλα παραμένει το πραγματικό γεγονός: Η χώρα έχει περίπου 50 δισ. ευρώ το χρόνο έσοδα από τη φορολογική της βάση και δημιουργεί έξοδα πάνω από 65 δισ. ευρώ (συμπεριλαμβανομένων και των τόκων – που βεβαίως ανακεφαλαιοποιούνται).
Προφανώς και η κατάσταση αυτή είναι μη διατηρήσιμη, ιδιαίτερα όταν γίνεται αντιληπτό ότι δεν υπάρχουν σοβαρές ελπίδες για αύξηση των εσόδων με δεδομένες τις τρέχουσες συνθήκες. Ποιος είναι, λοιπόν, ο μόνος δρόμος εξόδου; Μία ελληνίδα νοικοκυρά γνωρίζει την απάντηση.
Τα έξοδα πρέπει να πέσουν τόσο ώστε να φτάσουν το επίπεδο των εσόδων. Είναι ακριβώς τόσο απλό. Ονομάζεται επίσης και «ισοσκελισμένος προϋπολογισμός», μια έννοια παντελώς άγνωστη για πάρα πολλά χρόνια στους υπουργούς Οικονομικών της χώρας μας.
Έτσι βρισκόμαστε και πάλι πίσω ακριβώς στο σημείο από όπου ξεκινήσαμε. Η χώρα μας πρέπει να αναχρημοτοδοτήσει το χρέος της, οι αγορές δεν είναι διατεθειμένες να τη βοηθήσουν και οι τελευταίοι εναπομείναντες δανειστές – δηλαδή η τρόικα – ζητά ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα για δημοσιονομική σταθεροποίηση (άλλη μια έκφραση για να πεις το προφανές) διαμέσου αυξημένων εξαγωγών, μικρότερης κατανάλωσης, πωλήσεων περιουσιακών στοιχείων και σοβαρής μείωσης δαπανών.
Βέβαια, όταν το ζητούμενο είναι η μείωση των δαπανών, θα πρέπει να θεωρείται δεδομένος ο περιορισμός των κονδυλίων για κοινωνική πολιτική, των συντάξεων και των μισθών στο δημόσιο τομέα κατ’ ελάχιστο.
Ουσιαστικά όμως, σε μια χώρα όπως η δική μας, όπου ο δημόσιος τομέας αντιπροσωπεύει το 60% του ΑΕΠ, τέτοιες εξελίξεις θα επηρεάσουν γρήγορα το σύνολο της οικονομίας και θα οδηγήσουν σε συντήρηση – αν όχι βάθυνση της ύφεσης. Ο πόνος και η ανασφάλεια είναι τα άμεσα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής, αλλά η οικονομία δεν θα ξεκινήσει να αναπτύσσεται και πάλι, αν δε λάβει χώρα ένας τεράστιος χρηματοοικονομικός μετασχηματισμός.
Όμως, για να επιτύχει μια τέτοια ιστορική μεταστροφή η Ελλάδα χρειάζεται στροφή 180 μοιρών στην πολιτική της. Μέχρι στιγμής οι αυξημένες κυβερνητικές δαπάνες και η συνεχής αυξανόμενη έκθεση σε εξωτερικό δανεισμό ήταν η βάση της «οικονομικής» μας ανάπτυξης.
Μια λανθασμένη βάση που οδήγησε σε μια μη διατηρήσιμη οικονομία στηριγμένη στη ζήτηση με χαμηλή παραγωγικότητα και παραγωγή. Αυτές οι πρακτικές τελείωσαν βίαια όταν οι αγορές, αυτές που για χρόνια χρηματοδοτούσαν την ανάπτυξη, θεώρησαν ότι η αναχρηματοδότηση είναι εξαιρετικά επισφαλής και στους παλαιούς επενδυτές ζητήθηκε να πάρουν μεγάλες ζημιές για να βοηθήσουν να γίνει και πάλι η χώρα μας χρηματοοικονομικά βιώσιμη.
Η Ελλάς χρειάζεται ΑΛΛΑΓΗ. Χρειάζεται να ξέρει πού κατευθύνεται. Και βεβαίως χρειάζεται αλλαγή πολιτικής. Όχι άλλες ψεύτικες ελπίδες για εύκολες και «μαγικές» λύσεις.
Ένα λανθασμένο χρηματοοικονομικό μοντέλο απέτυχε και ένα νέο, βασισμένο σε μια νέα πολιτική προς όφελος του λαού, και σκληρή δουλειά πρέπει να το αντικαταστήσει άμεσα. Μόνο έτσι, αυτές οι μέρες που ζούμε δεν θα είναι οι τελευταίες ημέρες της Πομπηίας. Της δικής μας Πομπηίας.