Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Δ.Ε.Θ. & Ανάπτυξη , Γράγφει ο Γιώργος Πένταρης

Στην Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης κατά παράδοση η μεν κυβέρνηση αναλύει με υποσχέσεις το σχέδιό της για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας η δε αντιπολίτευση με οξυμένο αντιπολιτευτικό λόγο μοιράζει υποσχέσεις. Οι περισσότεροι θα θυμάστε το περίφημο «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο θα αποκαθιστούσε την τάξη που ανατράπηκε με τα μνημόνια. Τότε, 13/09/2014 από το βήμα της 79ης ΔΕΘ, ο νυν πρωθυπουργός είχε παρουσιάσει μια σειρά προγραμματικών δεσμεύσεων, συνολικού κόστους 13,5 δισ. ευρώ. Μεταξύ των άλλων, ο αρχηγός της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης δεσμεύτηκε για αύξηση του αφορολόγητου στις 12.000 ευρώ, κατάργηση του ΕΝΦΙΑ και θέσπιση φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας με αφορολόγητο όρο τις 500.000 ευρώ, επιστροφή του δώρου Χριστουγέννων στους συνταξιούχους κάτω των 700 ευρώ μικτών αποδοχών, αύξηση του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ, αύξηση του επιδόματος ανεργίας, κατά περίπτωση εξέταση και διαγραφή κόκκινων δανείων κ.ά. Δεν χρειάζεται να κάνω κανένα σχόλιο εδώ γιατί όλοι γνωρίζουμε τι έχει γίνει.

Το ζητούμενο λοιπόν είναι η ανάπτυξη ή με άλλο τρόπο να βρούμε τα μέσα είτε δικά μας είτε σε συνεργασία με άλλους ώστε να παράγουμε φρέσκο χρήμα. Πώς γίνεται όμως η παραγωγή χρήματος την σήμερον ημέραν; Γίνεται με το να έχουμε ικανή παραγωγή προϊόντων του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα και τις ικανότητες να πουλήσουμε αυτά τα προϊόντα σε ανταγωνιστικές τιμές. Υπάρχει βέβαια και ο τομέας των υπηρεσιών, όπως ο τουρισμός ή οι τράπεζες, αλλά δεν είναι ικανός να διατηρήσει μια αυτοτροφοδοτούμενη, (selfsustainable λένε οι Άγγλοι), ανάπτυξη.
Διάβασα λοιπόν το σχέδιο με τίτλο «Ελλάδα Μία στρατηγική ανάπτυξης για το μέλλον» που ανακοινώθηκε εν’ όψη της ΔΕΘ. Στις 14 σελίδες αυτού του σχεδίου ακόμη και ένας καλοπροαίρετος δεν θα μπορούσε να βρει δομικές αλλαγές που θα έφερναν επί τέλους την ανάπτυξη σε αυτή τη χώρα. Δεν φτάνει ούτε η μείωση φορολογίας όπως λέει η αξιωματική αντιπολίτευση και ακολουθεί και η κυβέρνηση, ούτε τα δίκτυα μεταφορών, ούτε οι συλλογικές διαπραγματεύσεις για τα εργασιακά κ.τ.λ. Τα βασικότερα που χρειάζεται αυτός ο τόπος είναι πρώτα η αναδιάρθρωση του Δημόσιου Τομέα. Όταν λέμε αναδιάρθρωση εννοούμε την δραστική αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την λειτουργία του.
Ο δημόσιος υπάλληλος πρέπει να γίνει δημόσιος λειτουργός ανεξάρτητος από την εκάστοτε εκτελεστική εξουσία και να λειτουργεί με οδηγό το αναδιαρθρωμένο νομοθετικό πλαίσιο. Η αλλαγή αυτή χρειάζεται πρώτα απ’ όλα αλλαγή της φιλοσοφίας άσκησης της πολιτικής εξουσίας. Αυτό μπορεί να γίνει εφικτό μόνο με ένα μακρόπνοο σχέδιο και συναίνεση όλου του πολιτικού φάσματος. Με το τρέχον νομοθετικό πλαίσιο, το δημόσιο είναι ένας κυκεώνας γραφειοκρατίας και ανευθυνότητας με συνέπεια κάθε απόπειρα σοβαρής επένδυσης ή άλλης δραστηριότητας, όπως περιγράφονται και αναπτυξιακό σχέδιο της κυβέρνησης, να προσκρούει σε αδιαπέραστα εμπόδια.
Δεν είναι μόνο αυτά τα εμπόδια, αλλά είναι και η εκμετάλλευση αυτού του πλαισίου από διάφορα συμφέροντα γιατί τα βολεύει η διαφθορά, η οποία δημιουργείται και τροφοδοτείται από την πολυπλοκότητα και αδιαφάνεια του νομοθετικού πλαισίου του δημοσίου. Μας μιλά η κυβέρνηση για δημοκρατία, αλλά δημοκρατία δεν υπάρχει, αλλά ούτε βέβαια υπήρχε και με τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Δημοκρατία θα ήταν να γνωρίζαμε που πάνε τα λεφτά του φορολογούμενου σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο. Να γνωρίζαμε αν τα λεφτά πάνε σε δράσεις-ρουσφέτια που θα βοηθήσουν στην επανεκλογή κυβέρνησης ή και προσώπων. Για παράδειγμα μπορούμε να μάθουμε πόσο θα στοιχίσει στον προϋπολογισμό οι νόμος Σκουρλέτη για τις προσλήψεις στους δήμους, αν ήταν ανάγκη και πόσοι θα έπρεπε να προσληφθούν;
Στο προαναφερθέν σχέδιο μόνο τρεις γραμμές αφιερώνονται στο μεγάλο ζήτημα της παιδείας και της εκπαίδευσης όπως θα δείτε αν κάνετε τον κόπο να το διαβάσετε. Συγκεκριμένα οι προτάσεις είναι οι παρακάτω: «Διασφάλιση ποιοτικής εκπαίδευσης χωρίς αποκλεισμούς, ανακατανομή πόρων για έρευνα και συμπράξεις μεταξύ επιχειρήσεων και ερευνητικών κέντρων». Έρχεται όμως ο ανεκδιήγητος υπουργός παιδείας και καταστρέφει τον πυρήνα της δύναμης της Ελληνικής κοινωνίας που είναι η εκπαίδευση για καθαρά ψηφοθηρικούς λόγους. Κάθε αλλαγή που κάνει είναι αυθαίρετη χωρίς καμιά αναφορά σε συγκεκριμένο «σκεπτικό» όπως έλεγαν τα συντρόφια του στις συνελεύσεις των «ΚΟΒΑ». Για παράδειγμα σκοπεύουν στην αλλαγή του ωραρίου των σχολείων γιατί «Οι μαθητές δυο πράγματα θέλουν: Περισσότερα διαλείμματα και να αρχίζουν πιο αργά το πρωί τα μαθήματα» είπε ο κ. Γαβρόγλου. Από την δήλωση φαίνεται ότι το Υπουργείο Παιδείας προσπαθεί να προσεταιριστεί τους 17-άχρονους που θα ψηφίσουν στις επόμενες εκλογές και αγνοεί τα προβλήματα που θα προκύψουν στις οικογένειες που δεν θα μπορούν να πηγαίνουν έγκαιρα στις δουλειές τους λόγω καθυστερήσεων στα σχολεία.
Αυτό το ζήτημα βέβαια είναι απλό σε σχέση με το τι γίνεται στα σημερινά σχολεία και την υποβάθμιση που έχουν υποστεί. Φτάσαμε στο σημείο οι Έλληνες μαθητές να έχουν δυσκολίες στην εισαγωγή τους σε πανεπιστήμια των Βαλκανικών χωρών γιατί λόγω χαμηλού επιπέδου δεν μπορούν να ανταποκριθούν. Φέτος μπήκαν φοιτητές στα ΤΕΙ με βαθμολογία 5 μονάδων. Έχουν μπλοκαριστεί τα πανεπιστήμια με αιώνιους φοιτητές και γίνεται μεγάλη κατασπατάληση πόρων. Ο έλεγχος των σπουδών από μικρές φασιστικές ομάδες φοιτητών που υποστηρίζουν διάφορα πολιτικά κόμματα εμποδίζουν τα Ελληνικά Πανεπιστήμια να αναπτυχθούν και να αξιολογηθούν ώστε να γίνουν ανταγωνιστικά σε σύγκριση με πανεπιστήμια του εξωτερικού.
Η απουσία αξιολόγησης δομών και καθηγητών, που κατάργησε ο ΣΥΡΙΖΑ, έχουν κάνει τα Ελληνικά πανεπιστήμια δέσμια μιας κάστας καθηγητών που έχουν συμφέροντα να μην γίνεται σοβαρό μάθημα και φοιτητών που έχουν συμφέροντα να τα έχουν καλά με αυτούς τους καθηγητές ώστε να διατηρούν διάφορα προνόμια εντός και εκτός πανεπιστημίου. Η απουσία έρευνας σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα και η προσέλκυση κεφαλαίων από αυτόν, έχει σταλεί στο «πυρ το εξώτερον» από τις λεγόμενες αριστερές πολιτικές νεολαίες και «συλλογικότητες». Μια σοβαρή και διατηρήσιμη ανάπτυξη έχει ως θεμέλιο την έρευνα και την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών, προϊόντων και ιδεών. Αυτό όμως δεν είναι εφικτό στη χώρα μας λόγω ιδεολογικών αγκυλώσεων. Κατηγορούμε την Αμερική ως μητέρα του καπιταλισμού, αλλά εκεί δίνεται το μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ για έρευνα και ανάπτυξη. Εδώ και ειδικά με αυτή την κυβέρνηση τέτοια άποψη σε στέλνει εκτός Βουλής!!!
Αυτά που λέω στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα που λίγο πολύ όλοι τα γνωρίζουμε. Για παράδειγμα αν το κτήριο του ΕΜΠ στην Πατησίων δεν ήταν άντρο και στρατόπεδο εκπαίδευσης αναρχικών – αντιεξουσιαστών και ενωνόταν με το Εθνικό Μουσείο ώστε να αποτελέσει όχι μόνο χώρο επέκτασης, αλλά και κλασικών σπουδών μπορείτε να φανταστείτε τα έσοδα στο ΑΕΠ;
Ακόμη η κυβέρνηση πάλι για ρουσφετολογικούς λόγους και εις βάρος γονέων και παιδιών προχωρά στην πανεπιστιμιοποίηση των ΤΕΙ. Στερεί έτσι από την Ελληνική οικονομία τα ενδιάμεσα στελέχη εφαρμογών, τα οποία είναι οι κύριοι μοχλοί ανάπτυξης. Εισάγονται στα ΤΕΙ χιλιάδες άτομα σε άχρηστες σχολές και βγαίνουν ημιεξειδικευμένοι άνεργοι. Με αυτή την τακτική έχει στερηθεί ο πρωτογενής τομέας (γεωργία κτηνοτροφία κ.τ.λ.) χέρια που καλύπτονται από αλλοδαπούς.
Σήμερα στην Ελληνική ύπαιθρο άνω του 90% των νέων ατόμων κάτω των 30 δεν ασχολείται με τον πρωτόγεννή τομέα. Βολεύονται με το κοινωνικό επίδομα αλληλεγγύης και από κάποια σύνταξη παππούδων ή γονέων και έχουν αφήσει τις αγροτικές περιουσίες στα χέρια νοικοκυραίων που ήρθαν από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και ριζώνουν στα χωριά, αλλά και στις πόλεις. Να είστε βέβαιοι ότι σε 30 χρόνια θα έχει υπάρξει θεαματική αλλοίωση των δημογραφικών χαρακτηριστικών της χώρας. Δεν θέλω να συνεχίσω άλλο και θα κλείσω με το εξής: Ανάπτυξη σημαίνει αποτελεσματικό και ορθολογικό νομικό καθεστώς, μια παιδεία υψηλού επιπέδου με την συνεργασία του ιδιωτικού τομέα και αξιολόγηση σε όλα της τα στάδια και βαθμίδες. Ανάπτυξη της έρευνας και εμπορική εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων της. Η ανάπτυξη μόνο από την παιδεία μπορεί να έρθει.