Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα
ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΕΙΟ ΛΙΑΠΗΣ

Πώς να κοιμηθώ; Γράφει ο Β.Ντάλης

Πώς να κοιμηθώ;
Τούτες τις μέρες οι απόφοιτοι των Γενικών Λυκείων και
των ΕΠΑΛ οριστικοποιούν τα Μηχανογραφικά τους δελτία για την πρόσβαση
στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Κάποιοι άλλοι ψάχνουν κάθε μέρα τις μικρές αγγελίες για Εργασία.
Κάποιοι παίρνουν πτυχίο και ένα μέρος τους ετοιμάζεται για μετανάστευση στο
εξωτερικό. Εκεί όπου έχει βρει κάποια «άκρη» για δουλειά.

Όσοι/ όσες καταφέρουν να εισαχθούν στο πανεπιστήμιο είναι χαρούμενοι. Κόπιασαν για να τα καταφέρουν. Τι ακριβώς όμως κατάφεραν, δεν το ξέρουν ακόμα. Μια ανησυχία την έχουν αλλά έχουν και χρόνο να το σκεφτούν. Όσοι/όσες δεν θα τα καταφέρουν, αναζητούν τους δικούς τους δρόμους. Το τοπίο γκρίζο. Οι εικόνες θολές. Αβεβαιότητα και ανασφάλεια παντού. Κακοπληρωμένη, μαύρη εργασία η κυρίως προσβάσιμη. Όχι η μόνη. Υπάρχουν και δυνατότητες. Όχι για πολλούς όμως. Για τους λίγους «τυχερούς». Είναι αυτοί που κρατάνε την ελπίδα ζωντανή. Για τους υπόλοιπους ένα μεγάλο «τί;».
Οι μεγαλύτεροι δεν χαμογελάνε συχνά. Είναι μονίμως σκεπτικοί. Και θυμωμένοι. Βρίζουν πολύ. Και πολλά. Δεν είναι αισιόδοξοι. Τούτη η νέα γενιά είναι ίσως η πιο βουβή που έχει περάσει. Δεν μιλάει πολύ. Μόνο κοφτά. Με πολλούς ιδιωματισμούς, συντομογραφίες και αργκό. Σκέφτεται πολύ αλλά δεν το δείχνει. Η πλειοψηφία της έχει πολλούς ενδοιασμούς. Αμφισβητεί πολλά. Σιωπηρά και ατομικά όμως. Το πιο «ψαγμένο» της κομμάτι εκφράζεται μέσα από τη μουσική. Ραπάρει με στίχους δυσνόητους. Ακατανόητους και χωρίς ειρμό για όσους δεν τους έχουν συνηθίσει. Δεν παίρνει ανάσα. Δεν ακολουθεί σημεία στίξης, κόμματα. Δεν έχει παραγράφους. Θέλει να ξεσπάσει. Είναι λόγος χειμαρρώδης.
Η ιστορία που θα διηγηθώ δεν είναι η δική μου. Είναι η ιστορία κάποιου που διηγείται μια ιστορία, η οποία μοιάζει στη δική του. Έβαλα τις παραγράφους και ελάχιστα σημεία στίξης για την ανάγνωση και μόνο.
ΑΨΙΝΘΟΣ:
ΠΩΣ ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΩ;
Θά’θελα να γυρίσω πίσω στη στιγμή που άρχισα να φοβάμαι και να τη σκοτώσω. Γύρω μου παιδιά κρεμασμένα στο συρματόπλεγμα με τα μάτια τους στο χρώμα της μοναξιάς εκλιπαρούν για ένα όνειρο ζητωκραυγάζοντας το όνομά της. Ένα όνειρο πολύχρωμο που να ‘χει τριάντα αργύρια, καρέκλες, μι’ ανέραστη μήτρα κι ένα αυτοκίνητο, παιδιά.
Ορκίστηκαν σ’ ένα Θεό Πατέρα με τα πληρωμένα γαλόνια τους μα δεν τολμούν να ψιθυρίσουν την ήττα, ούτε στο αυτί τους. Κι εγώ ζητάω ένα ανθρώπινο χνώτο και να γλιτώσω από τον κρότο και τα μεγάφωνα που μας καλούσαν με μεταλλικές φωνές. Το μόνο που θυμάμαι είναι ο αριθμός μου. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι δεν ήρθα εδώ για να πάρω εκδίκηση μα για να σας στερήσω απ’ ό,τι πιο πολύτιμο έχετε. Δεν μιλώ για την ελευθερία σας, ποτέ δεν υπήρξαμε ελεύθεροι. Ούτε για τη περιουσία σας, αυτή διόλου χρήσιμη δεν θα σας φανεί. Είμαι εδώ για να σας στερήσω απ’ ό,τι πιο πολύτιμο έχετε. Τις ψευδαισθήσεις σας.
Ακόμα δίνομαι 51.7.30/03 της σειράς Β σας συστήνομαι δίχως πια όνομα νά’χω κανένα γέννημα της μητρόπολης σε φύτρα προσφυγιάς σαν ξένο αγκάθι στο συρμάτινο πλέγμα σπορά απ’ τα σπλάχνα γραναζιών δούλος από τη γέννηση μου σε μια γραμμή παραγωγής άλλη μια βίδα στο … στην αλυσίδα δομής ξυραφιών στιγμών και οι επιλογές μας διακόπτης στο οφ ή στο ον ει και είναι η ροή ζωής ένα ψηφίο στ’ αρχείο αριθμών ετών χοντρής νοθείας γόνος κοινής ανισορροπίας.
Ο ένας γονιός μου αυτόδουλος στην πλάνη του με το κορμί του παράσημο, όμως στα δόντια κάποιας μητροπολιτείας φτάνει παρά κάτι νεκρός εν πόλεμο ο θάνατος ψάλει τα μάτια του ως σπονδή του μα αντικαθρέφτιζαν ακόμη τις βόμβες να πέφτουν στιγμές από ατσάλι. Στρατιώτης την ψυχή του χάνει σε κάποιο μάρμαρο παρ’ ολίγον όνομα σε κάποια τελετή παρ’ ολίγον στεφάνι η φύτρα μου.
Η άλλη μοιάζει δέσμια στη σιωπή, ευθεία ταινία μνήμης σε άνομη εκδοχή προϊόν στην αστική μας φυλακή, λευκή γραμμή μοιάζει σε ίδιο τετράδιο και η σκέψη της απαγορεύεται να φεύγει έξω απ’το σενάριο. Το σενάριο δίνει, ναι, το γράψαμε όλοι εμείς γρανάζια στη κεντρική μηχανή ονείρων θεσμοποίησης που λέγεται συλλογική μνήμη από τα ματωμένα λάθη μας.
Αφού και οι παλαιοί μας χτίσαν σίγουρα και εκείνοι με εξάρτησαν αυτές οι μπάρες από χάλυβα στα χέρια μου φτιάχτηκαν απ’ τα χέρια μας σέρνοντας σα κληρονομιά της μάνας μηχανής το μεταμητρικό μας αμάρτημα σε ποιο πάθημα φορτώθηκα μορφώθηκα σε μια γνώση αλυσίδα ανίκανη να δώσει λύση μα ικανή να αναπαράγει το πρόβλημα.
Νύχτα μέρα η έννοια ελευθερία καθορισμένη από ένα συρματόπλεγμα ή μια σφαίρα κι αυτή φτιαγμένη από εμάς, μητέρα.
Μητέρα πολιτεία, μηχανή η σκέψη σου δεσπόζει μόνο και είναι ιερή αφού ταυτίστηκε στη γνώση με τη λογική γυμνά μαχαίρια, οι πραγματικότητες σου και η μήτρα σου σύνορα στέμμα στο σήμερα κρεατομηχανή που προσδοκεί και αιμορραγεί και αφού η αλήθεια λες πως είσαι μόνο εσύ.
Η προσδοκία κατασκευάζει τα μόνα μέτρα που κάθε γρανάζι μπορεί να αντιληφθεί και αυτό, συνάριθμε, το λέμε λογική ώστε η σκλαβιά μας για ζωή να μετρηθεί απ’ την εκπαίδευση μου την μηχανική να φτιάχνω νοήματα και παραστάσεις αποσπασματικά και δίχως συνοχή με ενσυνείδητη συνενοχή γρανάζια μπουλόνια δόντια όλοι είμαστε αριθμοί.
Άλλες θέσεις άλλες ζωές μα αλυσίδα κοινή κι εγώ κι εσύ ό,τι μας εξουσιάζει χτίζουμε …στη μηχανή νόμοι και ατσάλι συναίσθημα καταστολή αντικειμενικοποιώντας τη συνεχή μας ροή, κρίνοντας τη σκλαβιά μας ως ελευθερία αλλότρια, ένοχοι όντας τα νεύρα τα χέρια τα κύτταρα ο εγκέφαλος το στόμα το σώμα κι όλα τα μάτια που έχει για να μας βλέπει η γκρίζα πανόπτρια η κάθε κίνηση σου κίνησή μου ήμουν και εγώ και εσύ η φωνή μας η αντίληψη μου μεταφρασμένη σε διακόπτες και δείκτες που επέλεξες να ασπαστείς για ζωή πηγή μας να αποτυπώνουν εντολές στη συνείδηση μας.
Φόβος ο κεντρικός μοχλός ανάμεσα στη λογική και τη βούληση μας τα συναισθήματα μας γίναν όλα σύμβολα και οι σκέψεις μας τοίχοι διαχωρισμένοι σε μελλοθάνατα πάντα υποσύνολα πάνω σε ράγες εξαθλίωση με κεντρικό χαλκά μίσθωση και επιβίωση.
Φοράμε μόνο χειροπέδες τις ανάγκες προς την κάνη ποιός να καταλάβει; Ελεύθερος όσο κανείς φωνάζουν οι σκλάβοι μια πλάνη, αλλά πηγαίνουν μέχρι εκεί που η αλυσίδα τους φτάνει.
Σκλάβοι και γόνοι τροφή όσο ο χρόνος μας τελειώνει, ο θίασος αόρατος, η μεγάλη αφήγηση μας σώνει, κυκλώνει τη γκρίζα ζώνη, μόνη αλήθεια τούτη η μητέρα πόλη μας τρέφει τρέφεται από μας και μας σκοτώνει μας τρέφει τρέφεται από μας και μας σκοτώνει.
Η ιστορία που διηγήθηκα δεν είναι η δική μου. Είναι η ιστορία κάποιου που διηγείται μια ιστορία, η οποία μοιάζει στη δική του.