Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

ΣΠΥΡΟΣ ΣΑΜΟΪΛΗΣ, Μουσικός – Αγιογράφος, της Μαίρη Λαρετζάκη Γκιώνη

ΣΠΥΡΟΣ ΣΑΜΟΪΛΗΣ : «Δυστυχώς, ο Έλληνας ξεχνάει γρήγορα και ξαναπέφτει στα ίδια»
Ο Σπύρος Σαμοΐλης γεννήθηκε στη Λευκίμμη της Κέρκυρας. Η οικογένεια της μητέρας του ήταν οικογένεια λαϊκών μουσικών, η δε του πατέρα του ζωγράφων, αγιογράφων και ξυλογλυπτών. Έτσι, κληρονόμησε τη μουσική και την αγιογραφία. Στη Λευκίμμη τελείωσε το Γυμνάσιο και το Λύκειο και έμαθε τις πρώτες νότες στη Φιλαρμονική του τόπου. Δεκαεπτά χρονών γίνεται μαέστρος της Φιλαρμονικής και δεκαοκτώ έρχεται στην Αθήνα. Γνωρίζεται με τον Μίκη Θεοδωράκη και μαθητεύει κοντά του μέχρι τον Απρίλη του 1967. Παίρνει μαθήματα από την καθηγήτρια του Εθνικού Ωδείου Κλέλια Φωτοπούλου και από τον συνθέτη Χρήστο Λεοντή. Το 1972 ανοίγει Γκαλερί Ζωγραφικής στην Αθήνα και εκεί κάνει και τις πρώτες πρόβες των τραγουδιών του. Παράλληλα αγιογραφεί σε ναούς της Αθήνας.

Mέσα στη Χούντα, το 1972, δίνει την πρώτη του συναυλία στο Θέατρο «Διάνα» και στις πρώτες θέσεις κάθονται οι ποιητές Κώστας Βάρναλης, Γιάννης Ρίτσος και η Έλλη Αλεξίου. Το 1973 φεύγει κυνηγημένος από τη Χούντα για το Παρίσι, όπου ξανασυντά τον Θεοδωράκη.
Το 1974 ο Στράτος Διονυσίου τραγουδά σε δίσκο το πρώτο τραγούδι του Σαμοΐλη «Το τραγούδι της πέρδικας» που βραβεύεται στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Τραγουδιού της Κολούμπια. Μαζί με τον Θεοδωράκη δίνουν, το 1975, μια συναυλία στο δημοτικό Στάδιο Κέρκυρας και την ίδια χρονιά κυκλοφορεί ο πρώτος μεγάλος προσωπικός του δίσκος «Βάστα καρδιά» με τον Πέτρο Πανδή και την Ελένη Βιτάλη, σε ποίηση του Κώστα Βάρναλη, του Νίκου Πανδή και του Σαράντη Αλιβιζάτου. Ακολουθούν οι δίσκοι «Κραυγή στα πέρατα» σε ποίηση Μενέλαου Λουντέμη και οι «Γειτονιές του Κόσμου» σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου.
Συνεργάζεται με την Ελένη Βιτάλη, τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, τον Αντώνη Καλογιάννη, τον Γιώργο Ζωγράφο και τον ρεμπέτη Νίκο Περγιάλη. Κυκλοφορούν οι δίσκοι του «Λαϊκές εικόνες», «Ρεμπέτικη ταβέρνα» και μαζί με τον Ηλία Ανδριόπουλο «Η λαϊκή ανθολογία».
Λαμβάνει πολλές βραβεύσεις και διακρίσεις ενώ από το 1987 μένει μόνιμα στην Κέρκυρα και αγιογραφεί σε εκκλησίες της γενέτειράς του αλλά και της Αθήνας.
Στην Κέρκυρα εμπνέεται και δημιουργεί το 2000 τους Πανελλήνιους Ποιητικούς και Μουσικούς Αγώνες ενώ το 2013 και για τέσσερα χρόνια ήταν πρόεδρος στο Δημοτικό και Περιφερειακό Θέατρο Ιονίων Νήσων.

 

«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιό περιβάλλον μεγαλώσατε;
ΣΠΥΡΟΣ ΣΑΜΟΪΛΗΣ: Γεννήθηκα σε πολύ δύσκολα χρόνια… Μετά τον πόλεμο και μέσα στον εμφύλιο. Η ζωή ήταν δύσκολη. Από μικρός, άκουγα και έβλεπα, τους μαυραγορίτες και τους δοσίλογους, να παίρνουν τα «πόστα» και να γίνονται οι άρχοντες και οι αφεντάδες, στη απελευθερωμένη Ελλάδα. Και, όλα αυτά, με επηρέασαν, απ’ τα μικράτα μου…

 

 

«Π»: Πώς είναι να περιβάλλεσαι από ανθρώπους της τέχνης;
ΣΠ.Σ.: Από ανθρώπους της τέχνης, περιβαλλόμουν απ’ τη στιγμή που γεννήθηκα. Ο πάππους μου και οι προπαππούδες μου, απ’ την οικογένεια του πατέρα μου, ήταν όλοι Αγιογράφοι, ζωγράφοι και ξυλογλύπτες. Κι απ’ την οικογένεια της μάνας μου, όλοι μουσικοί. Ο πατέρας της μάνας μου, λαϊκός βιολιτζής, με όνομα σ’ όλη την περιοχή. Ο πατέρας μου, επίσης, ζωγράφος, Αγιογράφος, ξυλογλύπτης και ποιητής. Μεγάλωσα ανάμεσα σε τέτοιους ανθρώπους… Δημιουργούς… καλλιτέχνες… και αυτό ήταν μαγικό, θαυμάσιο!

 

 

«Π»: Γίνατε μαέστρος στην Φιλαρμονική της Λευκίμμης στην Κέρκυρα, μόλις στα 17 σας. Περιγράψτε μας αυτή την εμπειρία;
ΣΠ.Σ.: Είπαμε ότι τα χρόνια ήταν δύσκολα. Το χωριό μου, η Λευκίμμη Κέρκυρας, είχε και έχει, φιλαρμονικές. Τον δάσκαλο, που ερχόταν από μακριά, τον πλήρωνε η φιλαρμονική, έστω και μ αυτά τα … ψίχουλα που του ’δινε. Μα κάποια στιγμή, δεν υπήρχαν χρήματα κι αναγκάστηκαν να τον σταματήσουν. Έτσι, έπεσε σε μένα ο κλήρος, να συνεχίσω να κάνω και το δάσκαλο, στα 17 μου χρόνια. Ήταν μια αξέχαστη και καταπληκτική εμπειρία!

 

 

«Π»: Μαθητεύσατε δίπλα στον Μίκη Θεοδωράκη. Τί κρατάτε ως πολύτιμο στοιχείο από αυτή την επαφή μαζί του;
ΣΠ.Σ.: Όταν τέλειωσα το λύκειο, πήρα, όπως όλα τα παιδιά, το δρόμο της ξενιτιάς… Πήγα στην Αθήνα. Κι επειδή, όταν ήμουν, ακόμα στο σχολείο, είχα στείλει στο Μίκη δυο τραγούδια μου και προς μεγάλη έκπληξη, δική μου και των συμμαθητών μου, μου απάντησε και είχαμε μια αλληλογραφία, πήγα αμέσως και τον βρήκα, στη Ν. Σμύρνη που έμενε. Με θυμήθηκε αμέσως, πάλι προς μεγάλη μου έκπληξη και με κράτησε μαζί του, στο σπίτι. Ήταν σαν να πετύχαινα πρώτος, στο καλύτερο πανεπιστήμιο του κόσμου. Και τι δεν είδα… και τι δεν άκουσα… και τι δεν έμαθα, κοντά του. Γι’αυτό λέω και θα λέω, πάντα, με καμάρι: Είναι ο μεγάλος μου δάσκαλος!

 

«Π»: Ποιά η σχέση σας με την αγιογραφία;
ΣΠ.Σ.: Όπως είπα και πριν, γεννήθηκα μές στα πινέλα και μες στα χρώματα. Και μες στη μουσική. Έτσι, ούτε που το κατάλαβα, πώς πήρα, απ’ την οικογένεια του πατέρα μου, την Αγιογραφία κι απ΄ της μάνας μου, τη μουσική. Αγιογραφώ από πολύ μικρός κι έχω Αγιογραφήσει πολλές εκκλησίες, στην Αθήνα, στην Κέρκυρα και σε πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας.

 

 

«Π»: Πώς ήταν η συμπόρευση με τόσο σημαντικούς Έλληνες όπως ο Κώστας Βάρναλης, ο Γιάννης Ρίτσος, η Έλλη Αλεξίου;
ΣΠ.Σ.: Έκανα την πρώτη μου συναυλία, το 1972, μέσα στη χούντα… Θέατρο ΔΙΑΝΑ – στην Ιπποκράτους. Το θέατρο γέμισε ασφυχτικά. Και στην πρώτη θέση, ο Βάρναλης, η συγγραφέας και παιδαγωγός Έλλη Αλεξίου. Στη δεύτερη συναυλία μου, ο Γιάννης Ρίτσος. Με συντρόφευαν, μετά, σε κάθε συναυλία μου! Αργότερα γνώρισα και συνεργάστηκα με τον Τάσο Λειβαδίτη, το Μενέλαο Λουντέμη. Ξέρεις τι είναι, να πηγαίνεις, το βράδυ, σ’ ένα ταβερνάκι και να συζητάς, ώρες, με το Βάρναλη… την Έλλη… Ξέρεις τι είναι, να πηγαίνεις στο σπίτι του Ρίτσου και να τον ακούς, να σου μιλάει, ώρες, για τόσο θαυμαστά πράγματα;;; Αυτά είναι τα μεγαλύτερα βραβεία της ζωής μου!

 

«Π»: Το πρώτο σας τραγούδι, με τίτλο «Το τραγούδι της πέρδικας», το ερμήνευσε ο Στράτος Διονυσίου και μάλιστα βραβεύτηκε. Μιλήστε μας γι’αυτό.
ΣΠ.Σ.: Το 1973, η Κολούμπια και το περιοδικό ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, έκαναν έναν διαγωνισμό ποιήματος. Διάλεξαν τα καλύτερα και κάλεσαν, νέους συνθέτες, να τα μελοποιήσουν. Πήρα και γω μέρος και βραβεύτηκα με το «Το τραγούδι της πέρδικας» σε στίχους Φωτεινής Γεωργίου. Το τραγούδησε, ανεπανάληπτα, ο μεγάλος Στράτος Διονυσίου και κυκλοφόρησε, μαζί με τα άλλα, που βραβεύτηκαν, στον Χρυσό Δίσκο της ΚΟΛΟΥΜΠΙΑ. Ήταν για μένα, που ήμουν ακόμα, στα πρώτα μου βήματα, μια μεγάλη αναγνώριση και κουράγιο, να συνεχίσω στο δύσκολο δρόμο της μουσικής και της δημιουργίας.

 

«Π»: Το 1975, στο Δημοτικό Στάδιο της Κέρκυρας, δώσατε συναυλία μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη. Ποιά τα συναισθήματά σας τότε;
ΣΠ.Σ.: Πώς να περιγράψει, ένα παιδί, σχεδόν, ακόμα, τα συναισθήματα, όταν ένας θρύλος, σαν το Θεοδωράκη, του λέει: «Σπύρο, έλα να κάνεις μαζί μας πρόβες, για να κάνουμε, μαζί, συναυλία»! Κι επειδή, η Κέρκυρα είναι η ιδιαίτερη πατρίδα μου, διαλέξαμε να την κάνουμε, εκεί. Εθνικό στάδιο Κέρκυρας το 1975. Ασφυχτικά γεμάτο. Ξεκινάω εγώ με τα τραγούδια μου. Ο Μίκης έρχεται, με αγκαλιάζει και συνεχίζει τη συναυλία, που δε θα ξεχάσω ποτέ! Μαρία Φαραντούρη, Πέτρος Πανδής, Χρήστος Στυλιανέας, Νίκος Περγιάλης. Και ο κόσμος!! Και οι χωριανοί μου, που ήρθαν να με δουν και να με ακούσουν!

 

«Π»: Ποιά η απήχηση του κοινού σας πρώτου μεγάλου δίσκου, με τίτλο «Βάστα Καρδιά»;
ΣΠ.Σ.: Το 74, έκανα, στη LYRA, τον πρώτο μεγάλο δίσκο μου. «Βάστα Καρδιά» ο τίτλος. Και δώσαμε αυτό το γενικό τίτλο, από το ποίημα του Κώστα Βάρναλη, κι από το «βάστα καρδιά» που ερχόταν στα χείλη μας, μετά από κάθε κυνηγητό της χούντας, στις συναυλίες μου και στις μπουάτ που εμφανιζόμουν. Η ποίηση είναι του Βάρναλη, του Νίκου Πανδή και του Σαράντη Αλιβιζάτου. Αγκαλιάσανε τα τραγούδια, αυτά, ιδιαίτερα η νεολαία. Και ένα ρεφρέν, από ένα τραγούδι του δίσκου, έγινε φέιγ βολάν και μοιραζόταν στην εξέγερση του πολυτεχνείου… «Της λευτεριάς το όνειρο, ζυμώνεται με αίμα – κι όσοι, γι αυτήν, πεθάνανε, πως πέσαν, είναι ψέμα… – Τ’ αντρειωμένου ο θάνατος – θάνατος δε λογιέται – κι απ’ τη φωνή που πνίγεται, τραγούδι ξεπετιέται». Αυτό το ρεφρέν, υπάρχει και σε ένα μνημείο πεσόντων, στην Κύπρο.

 

«Π»: Σε 10 χρόνια κάνατε 2.000 συναυλίες σε όλη την Ελλάδα, κάνοντας παγκόσμιο ρεκόρ. Τί αποκομίσατε από αυτή την καλλιτεχνική δραστηριότητα;
ΣΠ.Σ.: Απ’ ό,τι λένε, κάποιοι που ψάχνουν ρεκόρ, πρέπει να ’χω το Παγκόσμιο ρεκόρ συναυλιών, διότι έκανα 2.000 συναυλίες, μέσα σε 10 χρόνια ! Δηλ, 200 συναυλίες το χρόνο. Και είναι αλήθεια ! Δεν υπάρχει μέρος, στην Ελλάδα μας, που να μην έχω κάνει συναυλία. Χειμώνες και καλοκαίρια, σε βουνά και κάμπους, σε νησιά, μέσα σε καφενεία, πλατείες, γήπεδα, θέατρα, σε μικρά χωριά και μεγάλα. Στις δύσκολες εποχές, αμέσως μετά τη χούντα, που δεν υπήρχαν σύλλογοι πουθενά… Κάθε βράδυ κι ένα χωριό. Και κάθε μέρα και μια δημιουργία πολιτιστικού συλλόγου. Δημιουργήσαμε, έτσι, πάνω από 1.000 συλλόγους, σ’ όλη την Ελλάδα. Πραγματικά, μια πολιτιστική περιοδεία, με κυνηγητά, απαγορεύσεις, μηνύσεις, δικαστήρια, κινδύνους… μα… και τόση εμπειρία, τόσες συγκινήσεις… Να κάνεις συναυλία, στο Κατακάλι Κορινθίας, χωριό ούτε 100 ανθρώπων και να ’ρχονται, στη σειρά, όλοι: γριούλες, γέροι και παιδιά και να θέλουν να σου φιλήσουν τα χέρια, με δάκρυα στα μάτια, για τη χαρά που τους δίναμε. Δεν είχαν ξαναδεί καλλιτέχνες, από κοντά…

 

«Π»: Η συνεργασία σας με σχεδόν όλα τα μεγάλα ονόματα του Ελληνικού πενταγράμμου είναι γνωστή. Ποιά από αυτές θεωρείτε αξέχαστη;
ΣΠ.Σ.: Όλες οι συνεργασίες που έκανα, με μουσικούς και τραγουδιστές, γνωστούς και άγνωστους, ήταν ξεχωριστές. Δε μπορώ να ξεχωρίσω καμιά. Όλες έχουν μια μεγάλη θέση στην καρδιά μου και μια μεγάλη τιμή για μένα !
Όμως, συγκινούμε ιδιαίτερα, όταν σκέφτομαι ότι, η αγαπημένη μου Ελένη Βιτάλη, ήταν δίπλα μου στα πρώτα της βήματα, παιδούλα ακόμα, ένα πανέμορφο κορίτσι, με μια φωνή σαν το βιολί και μια καρδιά, γεμάτη λουλούδια! Δε μπορώ να ξεχάσω, που πήρα κοντά μου τη Σοφούλα, τη Σοφία Βόσσου, 14 χρονώ παιδί! Κι ούτε θα ξεχάσω ποτέ, το μεγάλο Γιώργο Ζωγράφο, που με συντρόφεψε στα πρώτα μου βήματα και μαζί βιώσαμε τα πρώτα κυνηγητά και τις πρώτες απαγορεύσεις…

 

«Π»: Βραβευτήκατε πολλάκις με σημαντικά βραβεία. Βοήθησαν αυτά στην εξέλιξή σας;
ΣΠ.Σ.: Όλα τα βραβεία, καλά είναι. Σου δίνουν δύναμη και κουράγιο. Μα, όπως είπα και πιο πριν, τα καλύτερα βραβεία, ήταν οι μεγάλοι μας ποιητές, που τόσο όμορφα και τόσο απλά, ερχόταν δίπλα μου και με τιμούσαν!

 

«Π»: Τί είναι για εσάς η μουσική;
ΣΠ.Σ.: Τι είναι, για μένα, η μουσική; Το παν!!! Η ζωή μου και η ανάσα μου! Δώσε μου ένα πεντάγραμμο και ένα μολύβι κι ας με κλείσεις, ακόμα και στη φυλακή.

 

«Π»: Ως δημιουργός των Πανελληνίων Ποιητικών και Μουσικών Αγώνων το 2000, ποιά η γνώμη σας για το έμψυχο δυναμικό μας στο χώρο που κινείστε;
ΣΠ.Σ.: Μέσα από τους Πανελλήνιους Ποιητικούς και Μουσικούς Αγώνες που έκανα, στη Λευκίμμη, δέκα ολόκληρα χρόνια, βεβαιώθηκα, ότι η Ελλάδα μας, δίκαια καμαρώνει για την τέχνη και τον πολιτισμό της. Το δημιουργικό δυναμικό της είναι πάντα εδώ και αστείρευτο.
Και είναι μεγάλο λάθος, αυτό που λέγεται, τελευταία, ότι υπάρχει κρίση στο ελληνικό τραγούδι. Δεν είναι κρίση δημιουργίας. Οι δημιουργοί μας, δημιουργούν κι έχουν, ντουλάπες και μπαούλα γεμάτα!!! Κρίση παραγωγής υπάρχει. Κάποιοι θέλουν να δολοφονήσουν αυτό το ελληνικό, δημιουργικό μεγαλούργημα, που είναι απ τα καλύτερα στον κόσμο, όπως είναι η μελοποιημένη μας ποίηση ! Και δυστυχώς, το καταφέρνουν. Ο καπιταλισμός, δε θέλει ανθρώπους σκεφτόμενους… για να μην αντιδρούν… Και το τραγούδι, το καλό τραγούδι και η ποίηση, ξεσηκώνει. Δημιουργεί αντίσταση και πολυτεχνεία. Μα, πιστεύω ότι, μπόρα είναι και θα περάσει.

 

«Π»: Τί είναι αυτό που σας οργίζει;
ΣΠ.Σ.: Δύο φράσεις, που λέει ο νεοέλληνας: «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε;» και «τι σ’ ενδιαφέρει εσένα;». Και με εξοργίζει, που ο Έλληνας ξεχνάει γρήγορα και ξαναπέφτει στα ίδια.

 

«Π»: Πώς βλέπετε τα πράγματα σήμερα στη χώρα μας;
ΣΠ.Σ.: Είμαι από τη φύση μου, αισιόδοξος άνθρωπος, μα, αυτή τη στιγμή, δε βλέπω κάποιο φως. Θέλει δουλειά πολλή!

 

«Π»: Υπάρχει ανεκπλήρωτο όνειρο;
ΣΠ.Σ.: Ανεκπλήρωτο όνειρο;; Να ξαναζούσα τα νιάτα!!!

 

«Π»: Τί θα αλλάζατε, αν ήταν στο χέρι σας;
ΣΠ.Σ.: Θα άλλαζα τη μόρφωση των ανθρώπων. Όλα είναι θέμα παιδείας, με την αρχαιοελληνική έννοια!

 

«Π»: Τί ετοιμάζετε;
ΣΠ.Σ.: Ετοιμάζουμε, με την Ελένη Βιτάλη, τις «Ερωτικές Μπαλάντες»!