Τί σου χρωστάω… γράφει ο Βαγγέλης Ντάλης

ti-sou-xrwstaw-grafei-veggelhs-ntalhs

Τί σου χρωστάω…
Η συμφωνία δεν τελειώνει με την καταβολή των δόσεων, αλλά με την επιστροφή του δανείου, διαμηνύει ο Στέφεν Καμπέτερ μέσω της συνέντευξής του στα «ΝΕΑ», θέλοντας να καταδείξει ότι οι δεσμεύσεις και οι υποχρεώσεις της Ελλάδας έναντι των δανειστών της δεν τελειώνουν με τη λήξη του τρίτου Μνημονίου. Για ποιά έξοδο από ποιά μνημόνια μιλάμε;

Ο γενικός διευθυντής της Ομοσπονδίας Γερμανικών Εργοδοτικών Συνδέσμων (BDA) δείχνει, έτσι, το κλίμα που επικρατεί στη γερμανική πολιτική σκηνή και τους σχεδιασμούς που υπάρχουν για την επόμενη μέρα στην Ελλάδα μετά το τέλος του τρίτου Μνημονίου. «Οι χώρες της ευρωζώνης χρηματοδοτούν πάνω από τα δύο τρίτα του ελληνικού κρατικού χρέους. Συνεπώς η εξέλιξη του ελληνικού χρέους θα πρέπει, βάσει των συμφωνηθέντων, να παρακολουθείται επισταμένως επί χρόνια». Έτσι, για να μην έχουμε αυταπάτες.
Ε, ναι θα πει, κάποιος, μας βοήθησαν οι Ευρωπαίοι τις «δύσκολες ώρες», είναι λογικό να έχουν απαιτήσεις. Κυρίως, να εξασφαλιστούν ότι θα πάρουν πίσω τα λεφτά τους. Τα παίρνουν όμως. Και με το παραπάνω:
Για παράδειγμα, στα 112 εκατομμύρια ευρώ ανέρχεται το ποσό σε τόκους που εισέπραξε, μέχρι το τέλος του πρώτου τριμήνου του 2018, η Αυστρία από την Ελλάδα, για απευθείας δάνεια της Βιέννης προς την Αθήνα. Η Αυστρία είχε αναλάβει τα προηγούμενα χρόνια εγγυήσεις για την Ελλάδα συνολικού ύψους 11,14 δισεκατομμυρίων ευρώ, όπως αναφέρεται στην τριμηνιαία έκθεση του αυστριακού υπουργείου Οικονομικών. Μισό δισ. το χρόνο δηλαδή δίνουμε, μόνο στην Αυστρία.
Μια ρητορική που έχουν αναπτύξει όλα τα ακροδεξιά κόμματα στην Ευρώπη για την Ελλάδα είναι ότι με τα χρήματα των Ευρωπαίων φορολογούμενων «ταΐζονται» οι «τεμπέληδες» Έλληνες. Το γεγονός της καταβολής τόκων ύψους 112 εκατομμυρίων ευρώ από την Ελλάδα στην Αυστρία για τα διμερή δάνεια, ανατρέπει έτσι, για παράδειγμα, την ρητορική του εθνικιστικού Κόμματος των Ελευθέρων, για δήθεν τεράστια μειονεκτήματα για τους Αυστριακούς φορολογούμενους από τις ενέργειες διάσωσης της Ελλάδας.
Η αλήθεια από τη Γερμανία: «Η ελάφρυνση του ελληνικού χρέους δεν κοστίζει στον Γερμανό φορολογούμενο ούτε μια δεκάρα. Πολλοί δεν το καταλαβαίνουν, επειδή πιστεύουν ότι γεμίσαμε βαγόνια τρένων με ευρώ και τα στείλαμε από το Βερολίνο στην Αθήνα. Αλλά αυτό δεν είναι σωστό. Από τον γερμανικό προϋπολογισμό δεν εισέρευσε ούτε ένα ευρώ στην Ελλάδα», γράφει το γερμανικό περιοδικό Stern.
«Αυτό οφείλεται στο περίπλοκο σύστημα διάσωσης. Η Γερμανία βοήθησε την Αθήνα με δύο τρόπους: αρχικά, το Πιστωτικό Ίδρυμα για την Ανοικοδόμηση (Kreditanstalt für Wiederaufbau / KfW) χορήγησε περίπου 15 δισ. ευρώ δάνειο, αργότερα η Γερμανία έδωσε σχεδόν 22 δισ. ευρώ στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας / EΜΣ (ESM). Επρόκειτο για εγγύηση ώστε ο ΕSM να πάρει δάνεια από τις παγκόσμιες αγορές και τα οποία χορήγησε στη συνέχεια στην Ελλάδα, υπό όρους φυσικά», σημειώνει το Stern και εξηγεί ότι «με τη μείωση του χρέους, συμβαίνουν τα εξής: τα δάνεια, τα οποία αυτή τη στιγμή έχουν διάρκεια κατά μέσο όρο 32,5 χρόνια, παρατείνονται κατά μερικά χρόνια, ενώ οι τόκοι καθίστανται αργότερα απαιτητοί.
Δεν διαγράφονται τα χρέη της Ελλάδος, ούτε καν μερικώς. Αυτό σημαίνει ότι ο ESM και το KfW θα περιμένουν περισσότερο διάστημα για να πάρουν πίσω τα χρήματά τους. Αυτό είναι όλο. Ο Γερμανός φορολογούμενος δεν θα νοιώσει τίποτα». Να το εμπεδώσουμε: ο Ευρωπαίος φορολογούμενος δεν έδωσε ούτε ένα ευρώ, χρήματα από την τσέπη του δεν βγήκαν. Το μόνο που έκανε ήταν να μπει εγγυητής σε «χάρτινα» δάνεια. Σε «δάνεια» που «δόθηκαν» για να ξεπληρωθούν δανεικά.
Όχι μόνο δεν έδωσε αλλά απολαμβάνει και μέρισμα από τους τόκους του μηχανισμού ESM. Χωρίς να δώσει τίποτα, παίρνει τοκογλυφικό μερίδιο! Να μην πούμε για τις γερμανικές και άλλες επιχειρήσεις που έχουν αποκτήσει περιουσιακά στοιχεία του ελληνικού δημοσίου. Η γερμανική Fraport «αγόρασε» τα 14 ελληνικά περιφερειακά αεροδρόμια με δάνειο πέντε ελληνικών τραπεζών εγγυημένο από το ελληνικό δημόσιο!
Τώρα που οι εκβιασμοί των Ευρωπαίων έχουν πιάσει τόπο, τώρα που ένα μεγάλο μέρος της δημόσιας περιουσίας έχει ξεπουληθεί σε εξευτελιστικές τιμές, τώρα από τους μηχανισμούς προπαγάνδας λέγονται και αλήθειες. Τώρα ακούγονται και φωνές διαφορετικές από τις επίσημες:
«Από την αρχή της κρίσης τα άσχημα νέα στην Ελλάδα ήταν καλά νέα για τη Γερμανία. Κάθε αρνητική αναφορά για τις οικονομικές εξελίξεις στην Αθήνα είχε ως αποτέλεσμα χαμηλότερα επιτόκια για τα γερμανικά κρατικά ομόλογα. Αντίθετα, τα επιτόκια των ομολόγων της Ελλάδας και άλλες χώρες που περνάνε κρίση αυξήθηκαν». Αυτό γράφει ο Γερμανός οικονομολόγος Βλαντίμιρο Γκιάτσε και μέλος του Ινστιτούτου Οικονομικής Έρευνας Centro Europa Ricerche (CER) στη Ρώμη σε άρθρο του στην εφημερίδα Junge Welt.
«Το αποτέλεσμα ήταν τόσο ευνοϊκό για το γερμανικό δημόσιο ταμείο, ώστε ακόμη και στην ενδεχόμενη περίπτωση μιας ολοκληρωτικής πτώχευσης της Ελλάδας, το καθαρό αποτέλεσμα για τη Γερμανία θα ήταν θετικό» προσθέτει ο Γερμανός οικονομολόγος καταρρίπτοντας τον μύθο ότι οι Γερμανοί φορολογούμενοι δήθεν πληρώνουν την κρίση στον ευρωπαϊκό νότο.
Λοιπόν, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Το Ινστιτούτο (CER) της Ρώμης διεξήγαγε μια απλή έρευνα τον Ιανουάριο. Αφορούσε στον υπολογισμό της διαφοράς μεταξύ των επιτοκίων που έχουν πραγματικά καταβάλει τα ευρωπαϊκά κράτη για το δημόσιο χρέος τους από το 2007 έως το 2017 και το συνολικό ποσόν το οποίο θα είχαν καταβάλει αν τα επιτόκια των κρατικών ομολόγων είχαν παραμείνει σταθερά στο επίπεδο του 2006 και τα επόμενα χρόνια (η Γαλλία 3,9%, η Γερμανία 4,1%, η Ιταλία 4,4%). Το αποτέλεσμα: Η Γερμανία εξοικονόμησε τους περισσότερους τόκους (280 δισ. ευρώ). Ακολουθούν η Γαλλία (230 δισ. ευρώ) και η Ιταλία (140 δισ. ευρώ). Η συνολική εξοικονόμηση για τη ζώνη του ευρώ είναι πολύ μεγάλη: 950 δισ. ευρώ.
Τουλάχιστον ξεχρεώνουμε, ύστερα από όλα αυτά; Μας το εξηγεί ο επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής Παναγιώτης Λιαργκόβας: « το χρέος είναι από τα σημαντικότερα, ίσως το σημαντικότερο πρόβλημα στην ελληνική οικονομία, το οποίο δεν έχει επιλυθεί και όπως δείχνουν όλες οι αναλύσεις δεν είναι βιώσιμο, δεν έχει ρυθμιστεί ακόμη και επομένως πρέπει να γίνει η ρύθμιση. Διαφορετικά θα είμαστε σε μία παγίδα, όπως τη λέμε, του χρέους, δηλαδή, επειδή είναι πολύ μεγάλο το ύψος του χρέους αυτό θα απομακρύνει τις επενδύσεις και επειδή θα προσπαθούμε συνεχώς να δημιουργούμε πρωτογενή πλεονάσματα για να πληρώνουμε τις δανειακές υποχρεώσεις, αυτό σημαίνει ότι τα επιτόκια θα συντηρούνται υψηλά, θα είμαστε υποχρεωμένοι να δανειζόμαστε συνέχεια».
Να προσθέσουμε μόνο αυτό που ο καθηγητής, λόγω της θέσης του, δεν μπορεί να πει: θα είμαστε υποχρεωμένοι να δανειζόμαστε συνέχεια, ανεξαρτήτως κυβέρνησης!ο