Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Παραμύθια, τα αγαπημένα, γράφει η Κατερίνα Μαγγανά

Παραμύθια, τα αγαπημένα…
Είναι το βασίλειο της νηπιακής και παιδικής ηλικίας, τι κι αν οι εποχές είναι πια τόσο υπερτεχνολογικές; Συναρπαστικό και γοητευτικό για μικρούς, μα και μεγάλους, το παραμύθι βοηθά τα παιδιά να συγκροτήσουν τον εαυτό τους, να εξηγήσουν απορίες τους, να μεγαλώσουν. Ας δούμε πως τα κάνει όλα αυτά!

ΑΠΟ ΠΟΥ ΕΡΧΟΝΤΑΙ
ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ;
Από τους αδελφούς Γκρημ, από τον Περό… Κι όμως τα περισσότερα λαϊκά, παραδοσιακά παραμύθια, που περνάνε από γενιά σε γενιά, είναι πολύ παλαιότερα απ’ όσο φανταζόμαστε. Ανθρωπολογική έρευνα που έγινε πριν μερικά χρόνια στο πανεπιστήμιο Ντέραμ της Αγγλίας, η οποία μάλιστα χρησιμοποίησε ως μέθοδο τεχνικές από τον τομέα της βιολογίας, ανακάλυψε ότι οι παραλλαγές της αγαπημένης Κοκκινοσκουφίτσας είναι πάνω από 70 σε όλη τη γη. Κι επίσης, μοιράζονται όλες κάποιον «κοινό πρόγονο» που υπήρξε τουλάχιστον 2.600 χρόνια πριν!
Τα παραμύθια, όπως κι άλλες νοητικές ανθρώπινες κατασκευές, πηγάζουν από τη βαθιά ανάγκη του ανθρώπου να δώσει νόημα σε αυτό που βιώνει, αυτό που διαδραματίζεται γύρω του ως ζωή. Εξαιρετικά χρήσιμα για τις νηπιακές ηλικίες αλλά και τα παιδιά των πρώτων τάξεων του δημοτικού, δημιουργικά για μια ζωή!

ΣΕ ΠΟΙΕΣ ΨΥΧΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΑΠΑΝΤΟΥΝ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ;
Τα παιδιά βιώνουν βαθιές εσωτερικές συγκρούσεις, συναισθήματα απόγνωσης, μοναξιάς, απομόνωσης, συχνά υπόκεινται σε τρομακτικά άγχη, αποχωρισμού, αφανισμού… και δεν μπορούν ακόμα, δεν έχουν ούτε τα νοητικά, ούτε τα λεκτικά εργαλεία που θα τα βοηθήσουν να τα εκφράσουν με λέξεις: «Ποιος είμαι; Είμαι αληθινός; Μπορώ να επιβιώσω; θα εγκαταλειφθώ;» «Τι πρέπει άραγε να κάνω για να μ’ αγαπάνε;» αλλά και «Θέλω να είμαι καλός; Μπορώ να το κάνω;».
Το παραμύθι λαμβάνει όλα αυτά τα προβλήματα πολύ σοβαρά υπόψη του και τα διαχειρίζεται με σοφή συντομία, αναδεικνύοντάς τα. Προτείνει, υπονοεί αλλά δεν κατονομάζει λύσεις, γιατί ξέρει ότι οι απαντήσεις δεν μπορούν να είναι οριστικές: στις ηλικίες αυτές το οριστικό, το συγκεκριμένο δεν έχει ακόμα το νόημα που έχει για τους μεγάλους, δεν μπορεί να καταναλωθεί και να μεταβολιστεί λειτουργικά από το παιδί. Βοηθά έτσι κι εμάς τους ενήλικες να τα βοηθήσουμε με τη μεταφορά, με τη νύξη, που είναι μια μορφή ελπίδας.
Η σοφία που δίνει στο παιδί χτίζεται βήμα – βήμα, χωρίς να το μπερδεύει περισσότερο, μια που ήδη η ζωή του το μπερδεύει στην πραγματικότητα του. Του δίνει το νόημα που ψάχνει για να κατανοήσει τον εαυτό του ως μέρος ενός πολύπλοκου κόσμου που πρέπει να μάθει να αντιμετωπίζει. Μιλά σε γλώσσα άμεση και λιτή, καθόλου όμως βαρετή και γεμάτη εκπλήξεις, παρουσιάζοντας στο παιδί όσα διαισθητικά συλλαμβάνει, τα κομβικά σημεία της ανάπτυξής του που οδηγούν σε δομικές αλλαγές, τις στιγμές – ορόσημα για την προσωπική ιστορία της οργάνωσης του Εγώ, του υποκειμένου που θα γίνει.
Σύμφωνα με τον γάλλο ψυχολόγο Piaget, η σκέψη του παιδιού είναι και παραμένει ανιμιστική, ως την ηλικία περίπου λίγο πριν την έναρξη της εφηβείας. Οι ενήλικες του λέμε τι είναι σωστό και τι όχι, τι πρέπει να κάνει και τι δεν επιτρέπεται. Το παιδί μας ακούει, για πολλούς λόγους: γιατί έχει μάθει από την ανατροφή του να είναι υπάκουο, ξέρει τι είναι η τιμωρία, δεν θέλει να γίνει ρεζίλι, θέλει να ευχαριστήσει τον σημαντικό για εκείνο ενήλικα και να πάρει το «μπράβο». Στο βάθος όμως της σκέψης του υπάρχουν ακόμα έντονα στοιχεία μιας μαγικής αντίληψης για τον κόσμο, είναι κάτι που αισθάνεται ότι γνωρίζει βαθύτερα από τους άλλους, τους μεγάλους. Το χτίσιμο της δομής των παραμυθιών κουμπώνει τόσο καλά πάνω και σε αυτό το παιδικό ψυχικό χαρακτηριστικό, μπλέκοντας το φανταστικό με την αλήθεια, εξυπηρετώντας την ανάγκη του παιδιού για μαγεία σε συνδυασμό με την ανάγκη για ενσωμάτωση της αρχής της πραγματικότητας, κι αυτά τα δυο τα συνδυάζει εξισορροπώντας σοφά επιθυμίες και υποχρεώσεις.

ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΠΕΤΥΧΑΙΝΟΥΝ
ΤΟΣΟ ΚΑΛΑ;
«Μια φορά κι έναν καιρό…», «Σε μια πολύ μακρινή χώρα/ σε ένα μακρινό βασίλειο στην άκρη της γης…», «Τότε που ακόμα τα ζώα είχαν λαλιά και μιλούσαν…»: Τα παραμύθια αρχίζουν με την αναγκαία απόσταση από το παρόν, από αυτό που ζει εδώ και τώρα, από την πραγματικότητά του, που είναι καθησυχαστική για το μικρό παιδί. Η ιστορία είναι καθημερινή, όχι υπεράνθρωπη ή επική, μιλάει για αγόρια και κορίτσια σαν κι αυτό, τους γονείς τους, την αγάπη, τον έρωτα του εξωτερικού αντικειμένου, τους κινδύνους που και τα ίδια νοιώθουν καθημερινά ότι βιώνουν μεγαλώνοντας.
Όσα θα ακολουθήσουν – που συμβολίζουν ψυχολογικές δυσκολίες και κρίσεις της ανάπτυξης – αφήνουν ελεύθερο πεδίο στην παιδική φαντασία να μπει στην ιστορία, να την αφομοιώσει όπως θέλει, με τη σιγουριά ότι δεν ανοίγει κατάφατσα καμιά κλεισμένη πόρτα του τώρα, με τη σιγουριά ότι δεν θα προδώσει τις βαθύτερες σκέψεις και αγωνίες του, δεν θα το εκθέσει στα μάτια των μεγάλων, ούτε και στην ίδια του την αδυναμία. Αντίθετα, θα το βοηθήσει να αντιληφθεί αυτές τις περίεργες σκέψεις και τις αγωνίες λίγο καλύτερα, θα τις φωτίσει, θα ανακουφίσει. Αυτή η καθημερινή ιστορία λοιπόν, έχει ενδιαφέρον γιατί υπάρχει ένα πρόβλημα σπουδαίο. Εκείνος όμως που θα το φέρει σε πέρας δεν είναι κατά κανόνα ο ενήλικας, αλλά συνήθως το εφευρετικό, ικανό, ακόμα και λίγο αφελές στην αρχή παιδί ή ζώο πρωταγωνιστής, άντε και με τη βοήθεια καμιά φορά του ενήλικα!
Οι ήρωες των παραμυθιών είναι συμβολικές μορφές, χωρίς ονόματα που τους κάνουν μοναδικούς. Συστήνονται στο παιδί είτε από κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους , που δηλώνουν τη φύση τους (πχ. τα τρία γουρουνάκια) ή μια πραγματική κατάσταση (Πεντάμορφη, γιατί ήταν η πιο όμορφη της οικογένειας), υποδηλώνουν όμως συχνά και ψυχικές καταστάσεις, αναπαριστούν διεργασίες της ανάπτυξης, όπως το λευκό της Χιονάτης – η αγνότητα πριν την ανάδυση της συνειδητής σεξουαλικότητας στην εφηβεία – η κόκκινη κουκούλα της Κοκκινοσκουφίτσας,- η σεξουαλική αφύπνιση της προεφηβικής και εφηβικής ηλικίας. Έτσι το παιδί μπορεί να ταυτιστεί και να ταξιδέψει μαζί τους στο μονοπάτι προς την ανεύρεση νοήματος, στην διαδρομές που κάνει ο ψυχισμός του για να γνωρίσει και να αγαπήσει το σώμα, να μετασχηματίσει το άμορφο σε μορφοποιημένο, να βρει καταφύγιο, ικανοποίηση, εξηγήσεις.
Ούτε οι γίγαντες και οι δράκοι, οι λύκοι, οι κακές μητριές και οι μάγισσες έχουν ονόματα, τους αποκαλούμε απλώς με την ιδιότητά τους, το ίδιο όμως και οι καλοί της υπόθεσης, όπως ο κυνηγός, (προστατευτική πατρική φιγούρα), οι τρυφεροί γονείς, ο πρίγκιπας και οι καλές νεράιδες… Το παραμύθι δεν έχει καμία ηθικοπλαστική ερμηνεία και αποστολή. Δίνει τροφή στους συνειρμούς και τις ταυτίσεις του παιδιού, του επιτρέπει να εξελίξει τη φαντασία του, γιατί δεν εξαντλεί την περιγραφή των γεγονότων με λεπτομέρειες, αφήνοντάς το έτσι να σκεφτεί, να επινοήσει, να δημιουργήσει.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΚΑΙ ΓΟΝΕΙΣ
1. Διατηρούμε την μαγεία.
Όλες αυτές τις πληροφορίες οι γονείς καλό είναι να τις κρατήσουν για τον εαυτό τους!
Το παιδί δεν ξέρει να το πει, νοιώθει όμως πως με συμβολικό και φανταστικό τρόπο τα παραμύθια του δείχνουν τα ουσιώδη βήματα προς την ολοκλήρωση της προσωπικότητάς του και την ανεξαρτησία της ύπαρξής του. Οι ενήλικες δεν χρειάζεται φυσικά να του το φανερώσουν! Είναι σημαντικό για το παιδί να μην νοιώθει ότι είναι διάφανο για τους γονείς, αυτό του προκαλεί μεγάλες διεγέρσεις και άγχη καταβροχθισμού, δεν το αφήνει να μεγαλώσει. Οι γονείς πρέπει να σεβαστούν αυτό που του προσφέρει το παραμύθι: το να μπορεί να προβάλει σε εξωτερικές, φανταστικές καταστάσεις, τις κρυμμένες εσωτερικές του αγωνίες και ψυχικά σχήματα, να μπορεί να αντλεί από την ιστορία υλικό χρήσιμο και ωφέλιμο για να μορφοποιήσει το χάος του δικού του ψυχικού υλικού… Οι γονείς οφείλουν να είναι σύμμαχοι του παιδιού στην πορεία συγκρότησης του εαυτού, σύμμαχοι του στην τελετουργία της παραμυθίας, είτε λέγοντας, είτε ξεφυλλίζοντας το παραμύθι από ένα βιβλίο με ωραίες χρωματιστές εικόνες. Πρέπει να διατηρήσουν την μαγεία!
Πολλοί γονείς αντιδρούν και ανησυχούν για τις ψυχικές προεκτάσεις, τους συμβολισμούς των παραμυθιών, αρνούμενοι με έναν τρόπο να αποδεχθούν ότι όλα αυτά συνέβησαν και στους ίδιους, τώρα στα παιδιά τους… Είναι κοινά για όλους τους ανθρώπους, αλλιώς δεν θα άντεχαν τόσο τα παραμύθια αυτά στο χρόνο! Κι ας μην ξεχνάμε πως, όταν το μικρό παιδί ακούει την ιστορία της Κοκκινοσκουφίτσας δεν σκέφτεται τη σεξουαλικότητα, ούτε τη στοματική απληστία, ούτε τις οιδιπόδειες συγκρούσεις. Σκέφτεται ότι η ανυπακοή δεν είναι πολύ καλό πράγμα γιατί η Κοκκινοσκουφίτσα δεν άκουσε τη μαμά της και την πάτησε. Σε ασυνείδητο επίπεδο, όμως, οι διεργασίες θα υφαίνονται χωρίς να το τρομάξουν. Θα το βοηθήσουν να αρχίσει να υποψιάζεται πως, αν σιγά- σιγά αρχίσουμε να ελέγχουμε αυτά που μας τρομάζουν, να τακτοποιούμε τις σχέσεις μας με τους γονείς, με τη σεξουαλικότητά μας που αναδύεται, τότε οι κακοί λύκοι δεν θα μας τρομάζουν και δε θα έχουν καμία σαγήνη επάνω μας.
Μέσα από τους δρόμους του παραμυθιού η ζωή προσφέρει στο παιδί ένα μεταβατικό αντικείμενο για να επιφέρει με τα δικά του μέσα τη νίκη πάνω στο δικό του τρομακτικό τέρας που το καταδυναστεύει, ενοποιεί τις συγκρούσεις των αντιθέτων μέσα του σε συνθέσεις δημιουργικές, ωθεί με την κυριαρχία της σκέψης και της μετουσίωσης σε δημιουργία. Το παραμύθι είναι αισιόδοξο και φωτεινό, γιατί το «τέρας» στο τέλος εξανθρωπίζεται, σε κάποιες ιστορίες μάλιστα γίνεται ένας όμορφος πρίγκιπας που εμπλέκει το υποκείμενο σε μια ενδυναμωτική σχέση αγάπης, που επιτρέπει την αποδοχή της θνητότητας, του κύκλου της ζωής. Πώς να μην λατρεύουν όλα τα παιδιά του κόσμου, σε κάθε εποχή τα παραμύθια;
2. Παρέα στα παραμύθια.
Για την πλειοψηφία των ειδικών της ψυχολογίας ο πιο κατάλληλος και ωφέλιμος τρόπος για να ακούσει το παιδί ένα παραμύθι είναι η προφορική αφήγηση. Με την αφήγηση ο γονιός μπορεί να αντιληφθεί αν το υλικό αρέσει η όχι στο παιδί, αν επιθυμεί ή όχι να του το ξαναπεί. Το τρομακτικό ον της αφήγησης, που «φοβίζει» κάποιους γονείς, καμία σχέση δεν έχει με την έτοιμη εικόνα που εμφανίζεται στην τηλεόραση ή στον υπολογιστή, η οποία καθηλώνει και δεν αφήνει χώρο στην επεξεργασία. Η εικόνα που φτιάχνει το παιδί είναι μια εικόνα της φαντασίας του, κι έχει το χρόνο, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει η κυριαρχία του έτοιμου, να επεξεργαστεί το υλικό αυτό με τη δομή του ψυχισμού του, να το τακτοποιήσει μέσα του όπως αντέχει, να «μεταφράσει» στη δική του γλώσσα το τρομακτικό, στο χρόνο που θέλει.
Ας πούμε και τις δικές μας παραμυθοϊστορίες, ας φτιάξουμε τα δικά μας παραμύθια για τα παιδιά που αγαπάμε. Όσο πιο κοντά βρίσκεται ένας γονιός με το παιδί του ή ένας σημαντικός για το παιδί ενήλικας , τόσο πιο απλά κι αβίαστα μπορούν να επινοήσουν ιστορίες που εξηγούν τον κόσμο και πλαισιώνουν με ασφάλεια τις αγωνίες του. Η αφήγηση ενός παραμυθιού είναι μια σπουδαία προσφορά χρόνου, επαφής και συναισθημάτων που εδραιώνει ουσιαστικούς δεσμούς με το παιδί, που το ακολουθεί στη διάδρασή του με το αφηγηματικό υλικό, σέβεται τις παύσεις του, αλληλεπιδρά με τις αντιδράσεις του, τις ανάγκες του για επανάληψη, με δυο λόγια, που δημιουργεί μια ποιοτική και αληθινή σχέση μεταξύ δυο ανθρώπων που αγαπιούνται.
Στην ζοφερή κοινωνικοκοικονομική πραγματικότητα που μας έτυχε να ζούμε, ας αρχίσουμε να ξαναμιλάμε τα παραμύθια, ας γίνουν μια ακόμη αφορμή να σχετιστούμε, να παίξουμε, να συγκινηθούμε, να μοιραστούμε. Θα μπορούσε να είναι η συνεισφορά τους στην κρίση θεσμών, συναισθημάτων και αξιών που μας ταλανίζει στο δικό μας εδώ και τώρα, που καλούμαστε να διαχειριστούμε και να μετατρέψουμε σε γνώση και ευκαιρία… όπως ακριβώς και την ιστορία που ξετυλίγεται στα παραμύθια!