Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα
ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΕΙΟ ΛΙΑΠΗΣ

ΜΑΝΘΟΣ ΓΙΟΥΡΤΖΟΓΛΟΥ, Δημοσιογράφος – Συγγραφέας «Αν η ποίηση δεν δίνει ζωή είναι ένα τίποτα»

Ο Μάνθος Γιουρτζόγλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. Μεγάλωσε και ζει στο Πέραμα. Σπούδασε δημοσιογραφία κι εργάστηκε ως αθλητικός συντάκης στις εφημερίδες «ΦΩΣ» και «Espresso» και στην ιστοσελίδα supersport.gr πριν αποσυρθεί και ασχοληθεί με διάφορες δουλειές όπως υπάλληλος σε μηχανουργείο, υπεύθυνος αθλητικού κέντρου 5χ5, υπάλληλος στην ιχθυόσκαλα Κερατσινίου, υπάλληλος ναυτιλιακής εταιρείας.
Ασχολείται ερασιτεχνικά με το ραδιόφωνο (όπου τον τελευταίο ενάμιση χρόνο διατηρεί εκπομπή στην Ert Open αφιερωμένη στην ελληνική τζαζ σκηνή) και με την συγγραφή. Πριν δυο χρόνια εκδόθηκε η πρώτη του συλλογή διηγημάτων από τις εκδόσεις «Απόπειρα» ενώ έχει αυτοκδόσει και τέσσερις συλλογές.

«ΠΑΛΜΟΣ»: Μεγαλώσατε στο Πέραμα. Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;
ΜΑΝΘΟΣ ΓΙΟΥΡΤΖΟΓΛΟΥ:
Ήταν όμορφα χρόνια. Γειτονιά πραγματική! Μονοκατοικίες, παιχνίδια στο δρόμο, λίγες «μαθητικές» υποχρεώσεις. Ανήκω στην τελευταία γενιά που έπαιξε κρυφτό, αμπάριζα, γυαλένια, που τέλος πάντων δεν μεγάλωνε κλεισμένη στο σπίτι και μπροστά σε μια οθόνη. Υπήρχε μια αγνότητα, μια ηρεμία. Τώρα είναι πολύ αγριεμένα τα πράγματα…

 

«Π»: Γιατί επιλέξατε να σπουδάσετε δημοσιογραφία;
Μ.Γ.:
Από μικρός είχα μια αγάπη στις αθλητικές μεταδόσεις. Αυτό ονειρευόμουν να κάνω από παιδί. Άκουγα πολλές αθλητικές μεταδόσεις στο ραδιόφωνο και κρατούσα αρχείο εφημερίδων. Είχα τετράδια και έγραφα μόνος μου.

 

«Π»: Τι σας κεντρίζει το ενδιαφέρον στην είδηση;
Μ.Γ.:
Τώρα πλέον, ο άνθρωπος. Αυτός πρώτα και μετά οι πράξεις του, τις οποίες άλλωστε καθορίζει.

 

«Π»: Ως αθλητικός συντάκτης των εφημερίδων ΦΩΣ και Espresso, έχετε θίξει τα κακώς κείμενα;
Μ.Γ.: Δεν πρόλαβα και δεν ξέρω αν θα το έκανα. Ο χώρος με «ξέβρασε» γρήγορα. Δεν έκανα εγώ για αυτή τη δουλειά.

 

«Π»: Ποια θεωρείτε κορυφαία στιγμή του αθλητισμού στην Ελλάδα ;
Μ.Γ.: Τις επιδόσεις των αθλητών της Παραολυμπιακής Ομάδας αλλά και όσων καταφέρνουν και διακρίνονται χωρίς να τους ξέρει κανείς. Αυτούς δηλαδή που είναι – τρόπον τινά – ερασιτέχνες, που δεν τους βλέπει το φως της τηλεόρασης και το μελάνι των εντύπων.

 

«Π»: Η εκπομπή σας στην ΕΡΤ open είναι αφιερωμένη στην Τζαζ Ελληνική σκηνή. Ποια απήχηση έχει στο κοινό ;
Μ.Γ.: Ξεκίνησα πριν 1,5 χρόνο με την παρότρυνση του Μιχάλη Πολυχρόνη, τον οποίο ευχαριστώ δημόσια και την ευγενική παραχώρηση κάποιων ωρών από την υπεύθυνη προγράμματος της Ert Open κ. Μαυρογένη. Είμαι πρωτάρης στο ραδιόφωνο. Καθαρά ερασιτέχνης. Δεν γνωρίζω ποια απήχηση έχει στο κοινό, σίγουρα όμως μας ακούν αρκετοί «θιασώτες» του είδους και μας τιμούν τα καλά τους λόγια. Εμείς πάντως το ευχαριστιόμαστε πολύ, όπως και οι καλεσμένοι μας μουσικοί.

 

«Π»: Ποιους Ελληνες σολίστες της Τζαζ θαυμάζετε;
Μ.Γ.: Θα ήταν άσχημο να ξεχωρίσω κάποιους. Αυτή τη στιγμή η λεγόμενη «ελληνική τζαζ σκηνή» είναι ένα καζάνι που βράζει από δημιουργία και εκπληκτικούς μουσικούς και σχήματα. Γίνονται φοβερά όμορφα πράγματα, χωρίς στήριξη από κανέναν φορέα, παρά μόνο από το μεράκι και την αγάπη που έχουν οι ίδιοι οι μουσικοί για αυτό που κάνουν. Και κάποιοι λίγοι δυστυχώς, χώροι που τους στηρίζουν. Το μόνο που μπορώ να πώ είναι ότι μουσικούς που θαύμαζα πριν τους γνωρίσω προσωπικά, τώρα που τους γνώρισα, τους θαυμάζω ακόμηπερισσότερο σαν ανθρώπους.

 

«Π»: Ποιά η αποψή σας για τις μίξεις της δυτικής κλασικής μουσικής της Τζαζ και ανατολίτικων στοιχείων;
Μ.Γ.: Η τζαζ είναι ένας τεράστιος ωκεανός. Ευτυχώς, εμείς ζούμε σε μια χώρα που τέτοιες «μίξεις» γίνονται πολύ συχνά και πολλές φορές γίνονται κι επιτυχώς. Υπάρχουν σχήματα που καταφέρνουν να συνενώνουν τόσο καλά αυτές τις δυο τάσεις, αλλά κι την ελληνική μουσική παράδοση, που κατορθώνουν να «μιλήσουν» στον κόσμο. Κι αυτό τελικά είναι προς το όφελος της καλής μουσικής. Γιατί η καλή μουσική είναι μια, χωρίς ταμπέλες.

 

«Π»: Πώς βρεθήκατε στη συγγραφή, πότε ξεκινήσατε να γράφετε;
Μ.Γ.: Ξεκίνησα να γράφω στον στρατό. Πριν 19 χρόνια. Χωρίς να το καταλάβω, μέχρι να απολυθώ είχα ετοιμάσει δυο ποιητικές συλλογές. Προέκυψε αβίαστα. Το θέμα ήταν να ξεκινήσω. Μόλις ξεκίνησα, πέρασαν χρόνια να κάνω «παύση». Φυσικά δεν είμαι ούτε ποιητής, ούτε συγγραφέας, για να εξηγούμαι. Την ψυχούλα μου ποτίζω, γιατί είναι χείμαρρος και ψάχνει καμιά φορά όχθες να εκβάλει όταν «φουσκώσει»...

 

«Π»: Τι πραγματεύονται οι τέσσερις ποιητικές σας συλλογές; Θα μοιραστείτε έναν απο τους αγαπημένους σας στίχους με τους αναγνώστες μας;
Μ.Γ.: Θα έλεγα ότι – τουλάχιστον οι πρώτες τρεις – είναι εντελώς παιδικές και πλέον δεν με αντιπροσωπεύουν. Η τελευταία με τίτλο «Η εκδίκηση των αλλοπαρμένων» είναι πιο κοντά μου. Γράφτηκε πριν έξι χρόνια με αφορμή τον θάνατο ενός πολύ καλού φίλου και τον χαμό ενός μεγάλου έρωτα. Αλλά (και να με συγχωρήσετε γι’αυτό), δεν θα ήθελα να μοιραστώ κάποιον «στίχο» μου. Θαυμάζω ποιήματα άλλων, τα δικά μου δεν μου αρέσουν. Γι’ αυτό και δεν τις έχω εκδόσει κάπου. Και οι τέσσερις τυπώθηκαν σε απλά τυπογραφεία και μοιράστηκαν σε φίλους.

«Π»: Πιστεύετε διαβάζουν ποίηση οι νέοι; Γράφουν ποίηση;
Μ.Γ.: Και διαβάζουν και γράφουν! Όχι πολλοί, αλλά αρκετοί. Το διαπιστώνω συχνά και πλέον το χαίρομαι. Και το ακόμη καλύτερο: εκδίδουν! Δεν φοβούνται να εκτεθούν.

 

«Π»: Ποιές ανάγκες σας ωθούν να κατασκευάσετε στο μυαλό σας μια ιδέα ένα θέμα για διήγημα;
Μ.Γ.: Συνήθως όλα προέρχονται από μέσα μας. Ακόμη και μια φανταστικήιστορία που δεν έχει να κάνει σε τίποτα με τον συγγραφέα και τον χαρακτήρα του, μπορεί να πηγάζει από τα σκοτάδια του, από τα βάθη του. Σε εμένα, ως τώρα, αυτό συνέβη. Τουλάχιστον μου βγήκε δημιουργικά και το χαίρομαι.

 

«Π»: Από τις εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ έχει κυκλοφορήσει η πρώτη σας συλλογή διηγημάτων. Ποια η θεματολογία;
Μ.Γ.: Το βιβλίο κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2016 και έχει τίτλο «Πρόστυχοι, Εκστατικοί, Ειλικρινά Θλιμμένοι». Πρόκειται για 15 ιστορίες ηττημένων ερώτων που γράφτηκαν την περίοδο 2003-2008. Οι ήρωες τους «αγαπούν γιατί δεν ξέρουν τίποτε άλλο να κάνουν» όπως είχε πει για το βιβλίο μου ο φίλος και σπουδαίος ποιητής Σταύρος Σταυρόπουλος.

 

«Π»: Πώς επικοινωνείτε καλύτερα, με τον γραπτό ή τον προφορικό λόγο; Τι ρόλο παίζει η φαντασία;
Μ.Γ.: Η επικοινωνία γίνεται καλύτερα όταν είναι αληθινή και άμεση. Με το «κοινωνείν», την καλή και ειλικρινή πρόθεση. Όλα τα άλλα είναι εσωτερικές ανάγκες κατά τη γνώμη μου. Μεγαλύτερο πράγμα από τους αληθινούς φίλους δεν υπάρχει κι ευτυχώς, εγώ έχω πολλούς. Και με τους ανθρώπους αυτούς, η επικοινωνία γίνεται δια ζώσης. Η φαντασία είναι πολύ σημαντική για τη δημιουργία. Για την επικοινωνία, ας αρκεστούμε στην αλήθεια, που σαφώς δεν είναι δεδομένη. Όταν την πετύχουμε, ας βάλουμε και την φαντασία μέσα.

«Π»: Στα διηγήματά σας υπάρχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία ή πλάθετε χαρακτήρες;
Μ.Γ.: Οι περισσότεροι πιστεύουν διαβάζοντας το βιβλίο, ότι είναι καταστάσεις που έχω ζήσει εγώ, όμως αυτό δεν ισχύει. Υπάρχουν πτυχές του χαρακτήρα μου και κάποια λίγα αληθινά γεγονότα που όμως τα έχουν ζήσει φίλοι μου και μου τα διηγήθηκαν. Σε ένα μεγάλο ποσοστό και οι 15 είναι προιόντα του μυαλού μου.

«Π»: Τι θαυμάζετε: το χιούμορ ή το ταλέντο;
Μ.Γ.: Σαφώς το πρώτο! Παλαιότερα, θαύμαζα κυρίως το δεύτερο, αλλά πλέον νομίζω ότι ο έχων χιούμορ, είναι και καλλιτέχνης! Και ας μηνασχολείται καν με την τέχνη…

 

«Π»: Ποιοί λογοτέχνες είναι οι αγαπημένοι σας ;
Μ.Γ.: Αγαπώ τους ποιητές Έκτωρα Κακναβάτο, Νίκο Καρούζο, Μίλτο Σαχτούρη. Τον Τσάρλς Μπουκόβσκι, τον Μπορίς Βιάν και την Τζόυς Μανσουρ. Και έχω την τιμή να είναι φίλοι μου ο Σταύρος Σταυρόπουλος, που είναι ένας σπουδαίος ποιητής, και η Τόνια Κοσμαδάκη, που είναι μια νέα ποιήτρια που θα αφήσει στίγμα, το πιστεύω! Θαυμάζω κι άλλους, αλλά ας αρκεστούμε σε αυτούς…

 

«Π»: Τι είναι για εσάς η ποίηση και η συγγραφή ;
Μ.Γ.: Ζωή. Αν δεν δίνει ζωή και δεν προέρχεται από τη ζωή, είναι ένα τίποτα. Σαν όλα τα «τίποτα» που έχουν κατακλύσει την καθημερινότητα μας.

 

«Π»: Πως βλέπετε την παρούσα πραγματικότητα- κατάσταση που βιώνουμε ;
Μ.Γ.: Δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος. Ζούμε μια αληθινή παράνοια. Μας παίζουν πινγκ πόνγκ και γελάνε μαζί μας, την ώρα που εμείς μαλώνουμε για κόμματα, θρησκείες, ποδοσφαιρικές φανέλες, πατρίδες και όλα όσα μας φόρτωσαν όλοι αυτοί που διαφεντεύουν και οι υπαλληλίσκοι τους. Η ζωή μας φεύγει μπροστά κι εμείς βιαιοπραγούμε, χωριζόμαστε σε ολοένα και περισσότερα στρατόπεδα. Αναλωνόμαστε σε ανοησίες. Δεν τρέφω πολλές ελπίδες πλέον. Αν μάλιστα, δεν είχα γνωρίσει τους μουσικούς της τζαζ σκηνής, δεν θα έτρεφα καμία.
Μακάρι ο καθένας μας τουλάχιστον στο μερίδιο που του αναλογεί, να παραμένει άνθρωποςκαι να μην κάνει κακό σε συνάνθρωπο του. Δεν μπορώ να ευχηθώ τίποτε άλλο. Α, ίσως να μπορώ να ευχηθώ να άρχιζαν όλα από την αρχή. Από μια μεγάλη καταστροφή που θα ξεκινούσε τα πράγματα από την αρχή. Έναν σαρωτικό «αρμαγεδώνα».