Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

ΚΩΣΤΗΣ ΖΕΥΓΑΔΕΛΗΣ, Συνθέτης «Η τέχνη σημαίνει τα πάντα σε αυτόν που ζει, αγαπάει και ονειρεύεται»

Ο Κωστής Ζευγαδέλης γεννήθηκε στην Αθήνα όπου και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Κλασική Κιθάρα και στα Θεωρητικά. Παρακολούθησε επίσης μαθήματα μουσικής για θέατρο και κινηματογράφο. Έχει διατελέσει σύμβουλος και καλλιτεχνικός διευθυντής στον Δήμο Ηρακλείου Αττικής καθώς και Διευθυντής Προγράμματος του Ρ/Σ «ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ FM».
Έχει παίξει κλασική κιθάρα σε διάφορες μουσικές εκδηλώσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Το 1996 απέσπασε το Βραβείο Μουσικής στο 37ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Το 1997 το Κρατικό Βραβείο Μουσικής του Υπουργείου Πολιτισμού για την ταινία: «Πριν το τέλος του κόσμου» του Π. Μαρούλη.
Σε CD κυκλοφορούν τα soundtracks: «Το Φτερούγισμα του Γλάρου» (Lyra), «Βεντέτα» (Eros Μusic), «Λόγια της Σιωπής» (Nitro Μusic), «Άρωμα παράξενο» (Diatono music production). Τραγούδια του έχουν ερμηνεύσει γνωστοί Έλληνες τραγουδιστές.
Έχει συνθέσει διάφορα έργα κλασικής μουσικής, τραγούδια, καθώς και πρωτότυπη μουσική για το κινηματογράφο, το θέατρο, τη τηλεόραση και τη διαφήμιση. Ενδεικτικά αναφέρουμε «Ισμαήλ» του Γ. Ζαφείρη, «Αλόννησος» και «Φωκίδα» του Α. Αντωνόπουλου, «Ήπειρος Αρχέγονος Ελλάς» της Μαίρης Χατζημιχάλη Παπαλιού, «Νυχτολούλουδα» του Νίκου Γραμματικού, «Νύχτες Κωμωδίας», «Λόγια της Σιωπής», «Το Αιγαίο μέσα από τα λόγια των ποιητών», «Ο Άλλος», «Όνειρα σε άλλη γλώσσα» της Λουκίας Ρικάκη, «Το Φτερούγισμα του Γλάρου», «Βεντέτα» του Γ. Κορδέλλα.

«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιο περιβάλλον μεγαλώσατε;
ΚΩΣΤΗΣ ΖΕΥΓΑΔΕΛΗΣ: Μεγάλωσα σε ένα απλό περιβάλλον. Με ανθρώπους του μόχθου, χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες. Σ’ ένα σπίτι πάντα ανοιχτό σε γλέντια φιλίες, γκρίνιες και γενικά όλα αυτά που χαρακτηρίζουν μία απλή μέση οικογένεια. Αμέριστη αγάπη, δέσιμο και υποστήριξη έως και σήμερα, από όσους βέβαια έχουν «απομείνει».

«Π»: Πώς ανακαλύψατε το ταλέντο σας στη μουσική; Τι σας ώθησε;
Κ.Ζ.: Από μικρός θυμάμαι, να ακολουθώ την φιλαρμονική της Νέας Ιωνίας σε όλη την περιφορά της στους δρόμους. Ήμουν πάντα με ένα τρανζίστορ στο αυτί. Το πρώτο μου όργανο ήταν μία φυσαρμόνικα και μία μελόντικα. Η πρώτη μου επαφή με την κιθάρα ήταν αργότερα, αλλά η απόφαση για αποκλειστική ενασχόληση ήρθε πολύ μετέπειτα. Εκείνα τα χρόνια ήταν δύσκολο σε γονείς να αποδεχθούν ή να ωθήσουν το παιδί τους σε τέτοιους δρόμους.
Με λίγα λόγια, έχασα χρόνο, αλλά και αυτό ήταν που σηματοδότησε την πρώτη μου επανάσταση γιατί από τότε υπήρξαν αρκετές.

«Π»: Τι είναι για εσάς η μουσική;
Κ.Ζ.: Κάτι που καθόρισε την ζωή μου, τις σχέσεις μου, την πορεία και τις επιλογές μου, ακόμη και την υγεία μου. Μέχρι τώρα δεν τα έχω ξεκαθαρίσει μαζί της!

«Π»: Γράφετε έργα κλασικής μουσικής, έχετε ντύσει με την μουσική σας έργα στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση, υπάρχει και η συμμετοχή σας στο 37ο Φεστιβάλ 1996 που βραβευτήκατε από το Υπουργείο Πολιτισμού για την μουσική σας στην ταινία «Πριν το τέλος του κόσμου» του Π. Μαρούλη. Τι είναι αυτο που δεν έχετε κάνει; Έχετε κάποιο όραμα;
Κ.Ζ.: Οράματα δεν έχω, ίσως μόνο όνειρα για την ζωη, αλλά για την τέχνη μου έχω κυρίως στόχους.
Παρότι είναι αρκετά αυτά που αναφέρετε, δεν νοιώθω ότι έχω κάνει πολλά. Αυτό που επιθυμώ είναι να μπορώ να ακούω τις νύχτες, τις σιωπές παινεμένων ανθρώπων και να έχω τις δυνάμεις, τα ψυχικά αποθέματα και τις συνθήκες ώστε να μην χάσω το ήθος μου απέναντι στην τέχνη μου και τους στόχους μου.

«Π»: Ποιές οι μουσικές σας επιρροές;
Κ.Ζ.: Δεν έχω συγκεκριμένες μουσικές επιρροές. Ήμουν, είμαι και θα είμαι ταξιδιώτης στη μουσική. Τα μονοπάτια της μουσικής είναι ατελείωτα, κάτι σαν ιστός αράχνης. Βέβαια ως γόνος Μικρασιατών, έχω αρκετή ανατολή στις φλέβες μου, όπως επίσης ελληνική παράδοση. Και όταν λέω παράδοση δεν εννοώ την μίμηση, αλλά την προσπάθεια να «δεις» την παράδοση στο παρόν και στο μέλλον. Παράδοση χωρίς εξέλιξη είναι μουσειακό είδος και ως τέτοιο, δεν το αγγίζουμε με κανένα τρόπο.

«Π»: Ζούμε σε άνυδρους καιρούς, η Τέχνη ως καταφύγιο τι μας προσφέρει;
Κ.Ζ.: Απολύτως τίποτα σε αυτόν που νοιώθει βολικά, έχει «τακτοποιήσει» τα πάντα, και που μέλημά του είναι να περνάει καλά. Δηλαδή σε αυτόν που επιβιώνει εκλαμβάνοντας τα πάντα ως μέσο διασκέδασης. Και από την άλλη σημαίνει τα πάντα σε αυτόν που ζει, αγαπάει και ονειρεύεται.

«Π»: Καλλιτέχνης: ποιος ο ορισμός σήμερα και ποιος ο ρόλος;
Κ.Ζ.: Πολιτισμός, είναι θα έλεγα η αέναη σπειροειδής εξέλιξη της διανόησης και της αισθητικής. Η τέχνη είναι η έκφραση, η αισθητική, αυτό που σμιλεύει τη διαννόηση. Συνεπώς καλλιτέχνης ορίζεται αυτός που μοχθεί γι’αυτό, με «όπλο» την αλήθεια του και τις δεξιότητές του, από όποιο μετερίζι κι αν προσπαθεί, όσο ταπεινό κι αν είναι αυτό.

«Π»: Ποιό είδος σας εκφράζει;
Κ.Ζ.: Το αληθινό, το δυνατό, το ελεύθερο. Σιχαίνομαι τη φτήνεια και τις αγοραίες χωρίς ουσία φούσκες.

«Π»: Τι είναι η κιθάρα για εσάς ως όργανο;
Κ.Ζ.: Η κιθάρα. Η πρώτη ερωμένη. Η πρώτη φορά που πέρασα τα όρια που νόμιζα ότι είχα. Κάτι σαν την σανίδα του Βούδα, που σε βοηθάει να περάσεις το ποτάμι και δεν είναι απαραίτητο να την κουβαλάς στην πλάτη, μιας και το «ταξίδι» έχει πολύ δρόμο μπροστά του.

«Π»: Βρισκόμαστε εν μέσω οικονομικής κρίσης. Πώς τα βγάζει πέρα ο μουσικός που έτσι κι αλλιώς το επάγγελμά του είναι ρίσκο;
Κ.Ζ.: Ειδικά στην Ελλάδα, ακόμη και προ κρίσης, ο μουσικός (δημιουργός του είδους μου) είναι, ίσως, το πλέον απροστάτευτο είδος εργαζομένου, παρ’ ότι από το προϊόν του πλουτίζουν πλείστες άλλες δραστηριότητες. Πάρτε για παράδειγμα τα τεκταινόμενα σήμερα στην ΑΕΠΙ. Στην Ελλάδα όποιος θέλει απλώνει το χέρι του, παίρνει ό,τι μουσική θέλει, τη χρησιμοποιεί όπως θέλει χωρίς να ρωτήσει κανέναν! Αν συνυπολογίσουμε και την παγκόσμια μουσική πειρατεία και το ότι το cd σαν υλικό φορέα μουσικής, το «έφτασαν» στα πιο ευτελή επίπεδα, τότε κανείς βγάζει εύκολα τα συμπεράσματά του.
Παραπάνω μου είπατε ότι έχω κάνει πολλά. Ένας Ελληνοαμερικανός παραγωγός του Holywood, συζητώντας πριν πολλά χρόνια γι’αυτό θέμα, μου είχε πει ότι αν ζούσα π.χ. στην Αμερική, με ό,τι έχω κάνει μέχρι τώρα, θα είχα εξασφαλίσει οικονομικά ακόμα και το παιδί μου – αν είχα!

«Π»: Ποιό έργο σας ξεχωρίζετε ως ιδιαίτερο;
Κ.Ζ.: Το θεωρώ ύβρις να μιλάω για «έργο» μου. Θα σας πως όμως για δύο τραγούδια μου: το πρώτο είναι το «Απέναντι Μπαλκόνι» από το cd «Άρωμα Παράξενο», σε στίχους της Γιώτας Βασιλακοπούλου και σε ερμηνεία της Ελένης Πέτα, το οποίο βασίζεται σε αληθινή ιστορία, και το τραγούδι «Κακή Φωτιά» σε ποίηση Κωστή Παλαμά, και ερμηνεία Μαρίας Σπυροπούλου. Το δεύτερο νοιώθω ότι με περιγράφει απόλυτα.
Και τα δύο τραγούδια γεννήθηκαν σε λίγα λεπτά της ώρας και είναι τραγούδια που ο στίχος προϋπήρξε της μελοποίησης.

«Π»: Έχετε αναπτύξει φιλίες που κρατούν στο χώρο της μουσικής;
Κ.Ζ.: Πολλές φιλίες κρατούν σταθερά και κάποιες κρατούν επίσης σταθερά μέχρι να τους δοθεί η ευκαιρία να σε προδώσουν.

«Π»: Ποιές συνεργασίες σας θεωρείτε σημαντικές;
Κ.Ζ.: Κυριολεκτικά όλες! Θα υπογραμμίσω όμως κάποιους από τους μουσικούς μου.

«Π»: Είστε πολιτικοποιημένο άτομο;
Κ.Ζ.: Εννοείται. Πώς είναι δυνατόν να υπάρξει δημιουργός μη πολιτικοποιημένος. Από το έργο του κρίνεται και η θέση του ως πολίτης. Οι πάντες και τα πάντα εμπεριέχουν συνειδητά ή ασυνείδητα την πολιτικοποίηση.
Είναι κυρίως θέμα ηθικής και αισθητικής για μένα γι’αυτο και ανήκω στην Αριστερά.

«Π»: Ποια η άποψη σας για την στρατευμένη μουσική;
Κ.Ζ.: Δεν νομίζω ότι υπάρχει πρόθεση να κάνει κάποιος στρατευμένη μουσική. Οι συνθήκες και ο δημιουργός είναι που δίνουν διάσταση επαναστατικότητας στη μουσική. Για παράδειγμα, θεωρώ επαναστατική πράξη του Μάνου Χατζιδάκι να κυκλοφορήσει τον «Μεγάλο Ερωτικό» την δεκαετία του ‘70 όταν κυριαρχούσαν τα «στρατευμένα τραγούδια» και που, καλώς βέβαια, γέμιζαν στάδια. Βέβαια δεν θα ήθελα να ξαναζήσουμε συνθήκες τέτοιες, που να διαμορφώσουν στρατευμένη μουσική. Η μουσική είναι τέχνη και ως τέτοια, οφείλει να αυτοδημιουργειται ελευθερη να και να εκφράζει το παρόν και κυρίως το μέλλον.

«Π»: Η Τέχνη στοχεύει στην καθολικότητα και την αιωνιότητα. Πόσο δύσκολο είναι αυτο στις ημέρες μας;
Κ.Ζ.: Η τέχνη είναι το φως στην ύπαρξή μας. Μοιάζει με «φούσκα» μέσα μας, η οποία προδιαγράφει και την ίδια τη ζωή, τα όριά μας, την αντίληψή μας γι’αυτή. Το θέμα είναι όταν σκάσει η φούσκα, πράγμα σίγουρο, να υπάρχει περιεχόμενο που να δίνει κάποια ολότητα. Αυτή η ολότητα είναι θέμα της ιστορίας πια τι θα την κάνει. Το βασικό είναι η συνειδητή γνώση της ύπαρξης της φούσκας μας. Και σε αυτή την συνειδητοποίηση, η τέχνη έχει σημαντικό ρόλο.

«Π»: Ποια η αποψή σας για την ομιλία και παρουσία του Μίκη Θεοδωράκη στο συλλαλητήριο στο Σύνταγμα για το θέμα της ονομασίας των Σκοπίων;
Κ.Ζ.: Ο Αλμπέρτ Καμύ είχε πει: «Λυπάμαι τους ανθρώπους που έχουν τάξει σκοπό της ζωής τους να κρίνουν ή να δικάζουν άλλους ανθρώπους». Επίσης ο συμπατριώτης μου Ασημάκης Πανσέληνος είχε πει ότι «κάθε ανθρώπινη ενέργεια συνήθως κρύβει και ένα ανθρώπινο δράμα». Τις ασπάζομαι και τις δύο σκέψεις, όπως επίσης ασπάζομαι ότι ο Μίκης Θεοδωράκης είναι ένα «απάτητο» βουνό για την Ελλάδα.
Εγώ πάντως δεν θα πήγαινα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι διαφωνώ με το αίτημα της Ελληνικότητας της Μακεδονίας.

«Π»: Ποιά κατά την γνώμη σας είναι η ευθύνη ενός δημιουργού;
Κ.Ζ.: Την ευθύνη ενός δημιουργού νομίζω ότι την περιγράφω, όσο είναι δυνατόν, σε όλη αυτή την συνέντευξη. Με λίγα λόγια θα έλεγα αυτό που λένε οι Άγγλοι: «Step out of your comfort zone». Βασική αρχή όχι μόνο για τους δημιουργούς αλλά και για τον κάθε «ζωντανό» άνθρωπο.

«Π»: Σχέδια για το μέλλον ;
Κ.Ζ.: Δεδομένης της αναβλητικότητας και της τεμπελιάς μου έχω κατά νου ένα κύκλο τραγουδιών πάνω σε ποίηση κλασικών ποιητών και ένα ορατόριο που τα μουσικά προσχέδια υπάρχουν, αναζητείται όμως το κείμενο. Επίσης, να οργανώσω επιτέλους – χρόνια το λέω! – την παρουσία μου στο διαδίκτυο.

«Π»: Για το τελος εχετε να προσθεσετε κατι αλλο;
Κ.Ζ.: Φοβαμαι ότι αυτός ο λαός δεν έχει μέλλον, γιατί απλώς έχει απολέσει την Ελληνικότητα του. Η μεγαλη πλειοψηφία του εχει μετατραπεί σε ανάλαφρα δήθεν ευτυχισμένα ανθρωπάκια. Η κρίση επηρέασε τους περισσοτέρους απο εμάς , όμως μας έδωσε την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσουμε την υπαρξη μας. Είναι κρίμα λοιπόν, ενώ έχουμε «πονεσει» τόσο πολύ, να βλέπω μια πλειοψηφία που το μόνο της μέλημα είναι να ξαναγίνουν ή να παραμείνουν ανάλαφρα αστεία ανθρωπάκια.
Δεν είμαι κατά της ελαφρότητας και της χαράς της ζωής. Ίσα ίσα που η ανεμελειά και η χαρά, είναι πιστεύω η πεμπτουσία της ζωής
Εδώ, λοιπόν, έρχεται ο ρόλος της τέχνης. Να μπορέσει να διατηρήσει την διανόηση, τον πολιτισμό, την γλώσσα, αυτά δηλαδή που αποτελούν τον πυρήνα αυτου που αποκαλούμε Ελληνισμό και Ελληνικό.
Εννοείται ότι όλες αυτές οι σκέψεις μου, ισχύουν για αυτήν την στιγμή. Από την επόμενη τελούν υπό αμφισβήτηση.
Θα ήθελα να ευχαριστήσω την κα Λαρετζάκη Γκιώνη για τις τοσο επιμελημένες ερωτήσεις της, επίσης την εφημερίδα και ιστοσελίδα ΠΑΛΜΟΣ και palmosnews, για την τιμή και την φιλοξενία, καθώς και το cafe Nero που με φιλοξένησε την Κυριακή απόγευμα της Αποκριάς, αλλά και την αγαπητή Τερέζα για τους καφέδες που μου σέρβιρε