ΠΕΤΡΟΣ ΚΥΡΙΜΗΣ, Αρχισυντάκτης – Συγγραφέας «Το διάβασμα της λογοτεχνίας πρέπει να έχει μια ιεραρχία»

Ο Πέτρος Κυρίμης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνοθεσία και τηλεόρασης χωρίς όμως να εξασκήσει ποτέ αυτό το επάγγελμα. Άρχισε να γράφει από πολύ νέος.
Έχει γράψει τα παιδικά βιβλία «Εκλογές στη Νεφούπολη», Πατάκης 2000, και «Ο λύκος που ήθελε να γίνει δήμαρχος», Άγκυρα 2010. Διηγήματά του είναι οι «Ιστορίες του πριν και του μετά», Ίνδικτος 2003, και «Τρικαλινός Αρχάγγελος» Μελανοδοχείο 2014. Είναι ο συγγραφέας των μυθιστορημάτων: «Η καρδιά του κότσυφα», Καστανιώτης 1997, «Το λευκό του ήλιου», Ηλέκτρα 2007, «Κύριε των λυγμών», Ηλέκτρα 2008. Ανθολογίες: «Απολαύσεις ανδρών», Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2004. Romiosini Verlag, Köln 1998, «Altwerden ist ein köstlich Ding…? Altwerden in der Fremde» Romiosini Verlag, Köln 2000, «Ausflug mit Freundinnen», Romiosini Verlag, Köln 2002. Επίσης έχουν μεταφραστεί έργα του στα γερμανικά: της νουβέλας του «Das Herz der Amsel», των διηγημάτων του «Ο νεροχύτης», «Τρικαλινός αρχάγγελος», «Οι λίστες», «Δόξα το Θεό», «Κ όπως κατσίκι».

Tο βιβλίο του «Η καρδιά του κότσυφα» μεταφράστηκε στα γερμανικά με επιχορήγηση του Υπουργείου Πολιτισμού και βρίσκεται στο αρχείο μεταφρασμένων ελληνικών βιβλίων του Εθνικού Κέντρου βιβλίου του Υπουργείου Πολιτισμού. Το τραγούδι του «Σαν άδειο τρένο η καρδιά μου» διακρίθηκε στο 21ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 1982. Ο ίδιος τιμήθηκε με το βραβείο της Ακαδημίας Βούπερταλ για ξεχωριστή προσφορά στον χώρο της τέχνης στη Γερμανία.
Έργα του έχουν μεταφερθεί στο θέατρο: «Εγώ ο Χρόνος» Θεατρική Ομάδα Βόλου το 2012, «Η Άννα των λυγμών» αίθουσα «Αντιγόνη Βαλάκου» Καβάλα, σε σκηνοθεσία Μαρία Καραβία το 2014. Στο χώρο του παιδικού θεάτρου, το 1981, στο θέατρο «Βρετάνια» η παράσταση «Με παιχνίδια και χορό» σε σκηνοθεσία Γιάννη Φλερύ.
Το 1996, στην κρατική τηλεόραση, ΕΤ 1, «Οι Ηρακλήδες ήταν δύο» (24 επεισόδια).
Στη Γερμανία εργάστηκε για τρία χρόνια ως διευθυντής προγράμματος στο πανευρωπαϊκό ελληνικό ραδιόφωνο «Το Πρώτο» και ως αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Ταχυδρόμος» που διανέμεται σε όλη τη Γερμανία.
Από το 2006 έως το 2008 αρθρογραφούσε στην εφημερίδα «Πρώτο Θέμα».

 

«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιό περιβάλλον μεγαλώσατε;
ΠΕΤΡΟΣ ΚΥΡΙΜΗΣ: Πάντα κοντά στη θάλασσα. Μικρό παιδί στη Μάνη και αργότερα Φρεαττύδα – Πειραϊκή. Πολλούς φίλους, πολύ παιχνίδι, κυρίως ποδόσφαιρο.

 

«Π»: Σε ποιά ηλικία διαβάσατε λογοτεχνία;
Π.Κ.: Από πολύ μικρός διάβαζα μανιωδώς ότι έπεφτε στα χέρια μου (εκτός σχολικών). Από «Μικρό Ήρωα» και Ταρζάν Γκαούρ μέχρι τα «Κλασικά Εικονογραφημένα». Αργότερα «Μάσκες» και αστυνομικά. Λίγο πριν τα 17 άνοιξα τυχαία την πόρτα της λογοτεχνίας με το «Ένα παιδί μετράει τα άστρα» του Λουντέμη. Αργότερα γνώρισα τον Μάριο Χάκα που μόλις είχε εκδώσει τον «Μπιντέ κι άλλες Ιστορίες» και… ενθουσιάστηκα!

 

«Π»: Πότε ανακαλύψατε το ταλέντο σας στην συγγραφή;
Π.Κ.: Δεν το ανακάλυψα ακόμα.

 

«Π»: Τι πραγματεύεται το πρώτο σας βιβλίο και ποια η απήχηση στο αναγνωστικό κοινό;
Π.Κ.: «Η Καρδιά του Κότσυφα» 1997. Μέσα από ανάδρομες καταστάσεις περιγράφει την μοναξιά του μετανάστη και του συγγραφέα καθώς κι έναν ανεκπλήρωτο έρωτα. Πολύ καλές κριτικές και μια επιχορήγηση από το Υπουργείο Πολιτισμού για μετάφραση στα γερμανικά.

 

«Π»: Ποια είναι καλή πηγή έμπνευσης;
Π.Κ.: Γεννήσεις, θάνατοι και έρωτες που δεν τέλειωσαν.

 

«Π»: Τι ρόλο παίζει το ταλέντο στον συγγραφέα;
Π.Κ.: Ένα 10% μόνο, όλα τα άλλα είναι σκληρή δουλειά.

 

«Π»: Πώς επιλέγετε τους τίτλους των βιβλίων σας;
Π.Κ.: Πολλές φορές βγαίνει από μόνος του άλλες τον «ψάχνεις».

 

«Π»: Ξεχωρίζετε κάποιο έργο σας και γιατί;
Π.Κ.: Αν και νομίζω ότι το γράψιμο και το ύφος καλυτέρεψε στα επόμενα βιβλία μου, «η Καρδιά του Κότσυφα» έχει μια ξεχωριστή θέση μέσα μου.

 

«Π»: Ποιοι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;
Π.Κ.: Από τους Έλληνες έχω σταματήσει στη γενιά του ΄30. Παπαδιαμάντης, Θεοτοκάς, Τσίρκας, Κοσμάς Πολίτης, Γιάννης Μπεράτης (το πλατύ ποτάμι) Δημήτρης Χατζής και αρκετοί άλλοι. Από ξένη λογοτεχνία είναι πάρα πολλοί και δεν μπορώ να τους βάλω σε σειρά. Πάντως το διάβασμα της λογοτεχνίας έχει ή πρέπει να έχει μια ιεραρχία. Δεν μπορείς δηλαδή να πας στα άκρα αν δεν περάσεις το ενδιάμεσο. Δεν μπορείς να πας από τον Λουντέμη, που λέει ο λόγος, στον Προύστ ή στον Τζόυς, στον Θερβάντες ή στον Ντοστογιέφσκι και στον Χέρμαν Έσσε.

 

«Π»: Η ανάγνωση «ποιοτικής λογοτεχνίας» ακονίζει το μυαλό;
Π.Κ.: Βλέπουμε τα «χάλια μας» τώρα που το πάνω χέρι έχει πάρει η παραφιλολογία.

 

«Π»: Λογοτεχνία και Ιντερνετ. Τι κερδίζουμε, τι χάνουμε με το ηλεκτρονικό βιβλίο;
Π.Κ.: Χάνουμε. Την αίσθηση της αφής, της μυρωδιάς του χαρτιού, την ίδια απώλεια ποιότητας όταν ακούς τον Ρέμο να τραγουδάει Καζαντζίδη.

 

«Π»: Τι αλλάζει η ταχύτητα της πληροφορίας;
Π.Κ.: Την ευαισθησία μας.

 

«Π»: Υποκολτούρα – υποπροϊόντα, πώς ξεχωρίζουμε την λόγια κουλτούρα;
Π.Κ.: Αν δεν μπορείς να το ξεχωρίσεις, μην το ψάχνεις.

 

«Π»: Εχετε γράψει δύο θεατρικά έργα. Μιλήστε μας γι’αυτά.
Π.Κ.: Δεν είμαι θεατρικός συγγραφέας. Άσκηση έκανα. Άσκηση Γραφής. Της πιο δύσκολης γραφής.

 

«Π»: Το έργο σας «Η καρδιά του κότσυφα» διακρίθηκε και μεταφράστηκε στα Γερμανικά. Τι απήχηση είχε στο αναγνωστικό κοινό στις δυο χώρες;
Π.Κ.: Πολλοί μετανάστες Έλληνες που το διάβασαν μου είπαν πως είδαν και τη δική τους ζωή μέσα του. Στην Ελλάδα επίσης πήρε πολύ καλές κριτικές.

 

«Π»: Το 1982 το τραγούδι σας «Σαν άδειο τρένο» διακρίθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Ποιά τα συναισθήματά σας;
Π.Κ.: Τσαντίλα. Γιατί είχε έρθει το ΠΑΣΟΚ και είχε βγάλει το χρηματικό έπαθλο (300.000 δραχμές) και την άλλη χρονιά το ξανάβαλε.

 

«Π»: Στο Βούπερταλ, στην Γερμανία, βραβευτήκατε με το βραβείο Ακαδημίας για την προσφορά σας στην Τέχνη. Τι σηματοδοτεί αυτό για εσάς;
Π.Κ.: Μια δικαίωση για τα χρόνια που έτρεχα να προσπαθώ στα ελληνικά σπίτια να κάνουν χώρο ανάμεσα στις κασέτες του Ζαφείρη Μελά και να βάλουν μερικά βιβλία.

 

«Π»: Ως αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Ταχυδρόμος», διανομή σε όλη την Γερμανία και αρθρογράφος το 2006-2008 στο «Πρώτο Θέμα», ποιές διαφορές διακρίνατε στις δύο χώρες;
Π.Κ.: Είναι η ίδια σύγκριση που μπορεί να κάνεις ανάμεσα στη φυσική μάνα σου και στη μάνα τη μητριά…

 

«Π»: Τι ετοιμάζετε τώρα;
Π.Κ.: Κυκλοφορεί από τον Καστανιώτη το δεύτερο μέρος από την «Καρδιά του Κότσυφα» με τίτλο «Δια πυρός και αγάπης» και έχω έτοιμα δυο μεγάλα μυθιστορήματα.
Δεν ξέρω αν τα προφτάσω γιατί κι εγώ… μεγάλος έγινα πια.