Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Ο Παρτιζάνος

Μόλις είχα γλυκάνει με νερό, μια βαριά φέτα χωριάτικο ψωμί από τα χεράκια της μαννούλας μου, την διπλοφόρτωσα με ζάχαρη κι από πάνω έβαλα μπόλικο μυρωδάτο καλοκαφουρντισμένο καφέ και τράβηξα για τα γνωστά λημέρια, εκεί που κάθε φορά συναντούσα τους παιδικούς μου φίλους, τους δικούς μου «Παρτιζάνους».

Είχαμε μεγαλώσει πλέον κι είχαμε αφήσει πίσω τις ζαβολιές. Συμφιλιώσαμε με τον περιπτερά, που τον είχαμε ταράξει στο κλέψιμο, συμφιλιώσαμε και με τη θειά ‘βγενιά που στο ψιλικατζίδικό της αγοράζαμε μια σοκολάτα και απαλλοτριώναμε δεκαπέντε, για να μη λείψει σε κανέναν.
Η μαθητική παρέα είχε πλέον μεγαλώσει, κι από κατσικοκλέφτες και σαλταδόροι στα μικρομάγαζα, είχαμε γίνει υποψιασμένοι και συνειδητοποιημένοι «Παρτιζάνοι». Κι από ‘κει που συζητούσαμε ποια ροδιά θα ξεπαστρέψουμε το σαββατοκύριακο, ποιοι θα κάνουν αντιπερισπασμό στον Αγροφύλακα, ποιοι θα φυλάνε τσίλιες και ποιοί θα μεταφέρουν το πράμα, είχαμε μπει σε συζητήσεις και σε κουβέντες που τρόμαζαν να κάνουν, ακόμα κι μεγάλοι. Βλέπεις, είχαμε φτάσει στη χάση της δικτατορίας και στη φέξη της μεταπολίτευσης.
Ο κόσμος ήταν τρομαγμένος και οι «Παρτιζάνοι» μου ήταν πλέον άντρες 13 ετών. Σιγά μη φοβηθούμε τους «χαφιέδες» που μας κουβαλιόντουσαν επτά χρόνια τώρα στο χωριό και γράφανε στον τοίχο απέναντι απ’ το καφενείο, «Ζήτω η 21η Απριλίου». Οι «Παρτιζάνοι» μου είχαν ωριμάσει  και ήταν έτοιμοι να αναλάβουν ενεργό δράση. Το καλοκαίρι ήταν θερμό κι είχε ζεματήσει την ψυχή των ανθρώπων το δράμα της Κύπρου και η επιστράτευση είχε συνταράξει το μυαλό και την ψυχή απ’ τα γυναικόπαιδα. Η πατρίδα είχε χάσει τη μισό νησί και οι δικτάτορες έπαιζαν το τελευταίο τους χαρτί. Τα φαντάσματα της επταετίας είχαν ξαμολήσει τα τσιράκια με τους κουβάδες στα χέρια να μας θυμίσουν με «μπλε» μεγάλα γράμματα στον τοίχο του χωριού πως οι δικτάτορες της 21ης Απριλίου ήταν ακόμη εδώ. Μπλέ γράμματα εκείνοι;;; «Κόκκινα» εμείς, κι έτσι οι «Παρτιζάνοι» μου, οργάνωσαν με σύντομη και συνοπτική διαδικασία την πρώτη επιχείρηση με τον κωδικό «κόκκινοι τοίχοι». Τότε διαπίστωσα πως τα ρόδια που κλέβαμε και τρώγαμε τόσα χρόνια, είχαν βάψει το αίμα και την συνείδησή μας, κόκκινη!!! Την προηγούμενη χρονιά στις 17 Νοέμβρη, οι φοιτητές έγραψαν με το αίμα τους τον επίλογο του Δικτάτορα Παπαδόπουλου, και όλη η Ελλάδα κρατούσε την ανάσα της μαγκωμένη, κάτω απ’ τα χέρια του αδίστακτου και επικίνδυνου δικτάτορα Ιωαννίδη. Τα ανόητα αυτά κατακάθια της ιστορίας, νόμιζαν πως η χώρα κινδύνευε από κάποιον εσωτερικό της εχθρό, μέχρι που την παρέδωσαν για άλλη μια φορά υπόδουλη στους προστάτες και τον αιώνιο εχθρό της, τους Τούρκους.
Απ’ το θυμό μου, πάτησα μια μεγάλη δαγκωνιά στη φέτα με τη χοντροκομμένη ζάχαρη, πού ‘δινε ενέργεια στους χωριανούς μου να σκάβουν τα χωράφια, και δύναμη στους «Παρτιζάνους» μου να κάνουν την πρώτη βραδινή επιχείρηση με τον κωδικό «κόκκινοι τοίχοι».
Η ώρα είχε πάει 9:00, ήταν η ώρα που στην ΥΕΝΕΔ χόρευαν οι προδότες τσάμικο κι όλο το χωριό ήταν στο καφενείο με γυρισμένη τη πλάτη στον τοίχο, που ‘χαν γράψει τα υπολείμματα της κοινωνίας «Ζήτω η 21η Απριλίου». Μίμη, Γιάννη, εμείς πάνω στη καρότσα του φορτηγού κι ο Νίκος στην άκρη να κρατάει τσίλιες – στον Νίκο, τον τσιλιαδόρο, εμπιστεύτηκα τη φέτα με τη ζάχαρη κι ας ήξερα πως θα την απαλλοτρίωνε με μια δυό δαγκωνιές, ήταν η ώρα να πάρουν τα χέρια μου και τα πινέλα φωτιά. Τα συνθήματα μόλις είχαν φτάσει ζεστά απ’ την Αθήνα. Για πρώτη φορά εκείνο τον Αύγουστο είδα κασετόφωνο μάρκας Philips του Θανάση του ξαδερφού μου απ’ το Μαρτίνο, που ‘γραφε στην κασέτα τη φωνή σου και την έπαιζε πάλι και πάλι, μέχρι να βαρεθείς να την ακούς. Για πρώτη φορά σ’αυτό το κασετόφωνο άκουσα τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, που μιλούσαν για την σκλαβωμένη μας πατρίδα.
Το πρωί ξημέρωσε Κυριακή και δεν υπήρχε τοίχος στο χωριό που δεν ήταν κόκκινος απ’ τα συνθήματα. Όλοι οι τοίχοι ήταν γραμμένοι… εκτός… απ’ τον τοίχο του σπιτιού μου. Βλέπεις το συνεργείο με τα λυκόπουλα που ανέλαβε τις γειτονιές, θέλοντας να μου δείξει σεβασμό, με αποκάλυψε χωρίς να θέλει. Ακούω απ’ τα σκεπάσματα του κρεβατιού μου το γείτονα να λέει στον πατέρα μου: Λάκη… «ο Παρτιζάνος» δεν έβαψε το σπίτι του, ο πατέρας μου χαμογέλασε πονηρά, μα δε μου ζήτησε ποτέ το λόγο.
Ήξερε ότι αγαπούσα τις ιστορίες με τους «Παρτιζάνους» και η Ελλάδα είχε πολλούς από δαύτους. Αυτή είναι η Ελλάδα, λέει πολλές φορές ο φίλος μου ο Σάκης επικριτικά, «δεν θα γίνουμε ποτέ ευρωπαίοι». Και τότε αφρίζω και θυμώνω· δεν ζηλεύω μωρέ το χάλι τους, η Ελλάδα έγινε ξακουστή απ’ αυτούς τους Έλληνες που σήμερα λοιδορείς, μέσα από τους ήρωες που την λευτέρωσαν, μέσα από τα γράμματα, τις επιστήμες και τους επιστήμονες που σήμερα είμαστε αναγκασμένοι να εξάγουμε, έγινε γνωστή μέσα από θρήνους και τους θρύλους, μέσα από θυσίες και τους αγώνες. Η Ελλάδα δεν έγινε γνωστή από τα λούσα και την χρυσόσκονη της παγκοσμιοποίησης που μας υποδούλωσε. Η Ελλάδα δεν έγινε γνωστή μέσα από τις σάχλες, τα πρωϊνάδικα και την ξενόφερτη υποκουλτούρα που μας κοίμισε.
Μετά την παγκοσμιοποίηση και την προσάρτησή μας στην Ευρώπη, δεν χάσαμε μόνο την εθνική μας κυριαρχία, χάσαμε και τη μεστή γεύση της Ελληνικής ζάχαρης. Η ζάχαρη που έτρεφε τους αγρότες με δραχμές και τους Παρτιζάνους μου με όνειρα, έγινε άχνη κι έφυγε απ’ τα ελληνικά χέρια κι έγινε στάχτη πολυεθνική για να μας μαυροντύσει αποσβολωμένους κουραμπιέδες.
Και τώρα τι να πεις στο παιδί, που δεν γνωρίζει τη σημαίνει ελληνική ζάχαρη, που δεν έτρεξε στο αίμα του μια στάλα ρόδι ελληνικό; Πώς να του πεις να επιστρέψει πίσω να δοκιμάσει τη γεύση της πατρίδας, να την νιώσει στο αίμα του γιατί αλλιώς θά ‘ναι πάντα ταπεινωμένος, φτωχός, ευάλωτος, αδύναμος και εξαρτημένος.
Κάποιος από μας θα πρέπει να του πει, «ψάξε τη μόρφωσή σου στα βιβλία και τη ζωή στο πεζοδρόμιο». Μόνο έτσι θα διεκδικήσεις πίσω, την Ελλάδα που εγώ σου στέρησα.