Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Πασάς στα Γιάννενα

Τα τελευταία καλοκαίρια δεν ξέρω τι μ’ έχει πιάσει και ψάχνω να σβήσω τη φλόγα και την δίψα που άφησε στη μνήμη μου το αλατοπίπερο που νοστίμεψε την παιδική μου ηλικία. Και έτσι, άρχισα να ψάχνω όλες τις ιστορίες που αγάπησα μέσα απ’ τα βιβλία του δημοτικού, του γυμνασίου, των παρελάσεων, και των σχολικών παραστάσεων. Θέλησα να ανακαλύψω τους παλιούς μου συμπολεμιστές επί σκηνής, τους λαμπερούς μου ήρωες, τον Αθανάσιο Διάκο, τον Κολοκοτρώνη, τη Μαντώ Μαυρογένους, την κυρά Φροσύνη, ακόμα και τους εχθρούς τους αντιπάλους, τους Γερμανούς, τους Τούρκους, τον Ιμπραήμ, τον Αλή Πασά. Πριν τα χρόνια μεγαλώσουν κι αρχίζει η κούραση να τα βαραίνει, δεν ξέρω πώς, αλλά άναψε μέσα μου το πάθος να ξανασυστηθώ με τους δικούς μου εθνικούς ήρωες, να ανοίξω παρτίδες μαζί τους και κουβέντες ώριμες.

Ετσι λοιπόν κάθε χρόνο, μετά τις διακοπές στη θάλασσα, παίρνω τα κουβαδάκια μου να τα γεμίσω άλλοτε με τη λάσπη, άλλοτε με τη λήθη και άλλοτε με τη χρυσόσκονη της ιστορίας. Κάθε χρόνο λοιπόν αναζητώ και έναν διαφορετικό ιστορικό προορισμό. Φέτος η πυξίδα με οδήγησε στα Γιάννενα. Ναι, ήθελα να δω από κοντά τα νερά της λίμνης Παμβώτιδας, την ομορφιά της κυρά Φροσύνης, την άσπρη γενειάδα του Αλή Πασά, το νησάκι πού ‘κανε διακοπές με τη γυναίκα του την κυρά Βασιλική.  
Αφού έκλεισα όσο πιο γρήγορα μπορούσα «το μαρτύριο των διακοπών» που επιβάλει, μπάνια, μπιτς μπαρ, μπύρες, κλαμπ σάντουιτς, καράβια, παραλίες, βουτιές, πετσέτες και λάδια ηλιοθεραπείας, πήρα τα όρη και τα βουνά να συναντήσω τους δικούς μου ήρωες. Αφού τάισα με μπόλικο σανό τα άλογα του φτερωτού μου αυτοκινήτου, ξεπέζεψα διψασμένος για δράση στο κατώφλι του Hotel Sarai. Ένα πραγματικό στολίδι στην πόλη των Ιωαννίνων που σου προσφέρει μνήμες και φιλοξενία αλλοτινών εποχών. Το Σαράι θα γινόταν το ορμητήριό μου για το Καλπάκι, το Μικρό και Μεγάλο Πάπιγκο, το Ζαγόρι, το Βίκο, την Αρίστη, το Μονοδέντρι το Μέτσοβο. Ήθελα να περπατήσω στα μονοπάτια που γράφτηκε το έπος του ’40, να αισθανθώ στα πόδια και την ψυχή μου, τον πόνο και τις ανθρωποθυσίες που κρύβει μέσα της η λευτεριά της πατρίδας.
Άφησα πίσω μου το όμορφο Σαράι και με μια – δύο δρασκελιές πέρασα στο πλακόστρωτο σοκάκι που σε οδηγεί μπροστά στην πανέμορφη και «ατάραχη λίμνη» της κυρά Φροσύνης, ήμουν πλέον μπροστά στο απόλυτο μυθικό μου όνειρο. Ήξερα πως η λίμνη θα μου μαρτυρούσε όλα της τα μυστικά και τις απαντήσεις που έψαχνα να βρω. Ένα εκπληκτικό σκηνικό γέμισε με συγκίνηση τα μάτια μου. Δεν είχα δει και δεν είχα ζήσει μεγαλύτερη μαγεία από την εικόνα που μου αποκάλυψε η θέα της λίμνης. Σήκωσα το κεφάλι ψηλά θέλοντας να ευχαριστήσω, κι είδα πάνω απ’ το κεφάλι μου τεράστια πλατάνια με τα χέρια τους απλωμένα, να κρατάνε ακούραστα τον ήλιο ψηλά για να κλέβουν ανάσες δροσιάς, η γη, τα πουλιά και οι διαβάτες της πόλης. Κι όσο πιο ψηλά κοιτούσα τόσο πιο μικρός γινόμουν, τόσο μικρός που χώρεσα στους δρόμους της εθνικής μας ιστορίας.
Ο ίσκιος απ’ τα πλατάνια είχε σκεπάσει με επιμέλεια όλα τα μυστικά του χρόνου και τα κρατούσε φρέσκα σε όποιον ήθελε να τα δει και γω ήθελα να τα δω. Κι έτσι όπως τα μεγάλα πλατάνια είχαν χαμηλώσει το φώς της μέρας, το τοπίο έμοιαζε με γιγάντια οθόνη του σινεμά, δίνοντας ζωή στους πρωταγωνιστές μιας άλλης εποχής, αρκεί να ήθελες να την δεις και εγώ ήθελα να την δω. Κόσμος πολύς, βράκες μαντίλες, τσεμπέρια, κυράδες, παπάδες, δάσκαλοι, προεστοί, ναργιλέδες, καφενέδες, κόσμος πολύς. Πιο πέρα, ένα Τούρκικο ασκέρι περνούσε πάνω στα ξανθά καλογιαλισμένα τους άλογα, δεν προλάβαινα να γεμίζω τα κουβαδάκια μου με την χρυσόσκονη της ιστορίας, κι ήταν τόσες πολλές οι εικόνες που ‘τρεχαν ζωντανά μπροστά μου σαν καθάριο νερό. Η σκόνη απ’ τα άλογα, ο ήχος απ’ τα πέταλα, η φωνή του σαλεπιτζή, είχαν παγιδέψει όλες μου τις αισθήσεις. Ξωπίσω απ’ το τούρκικο ασκέρι, άμαξες φορτωμένες μέχρι πάνω με μεγάλες ξύλινες κούτες και την επιγραφή «Ασημικά», δεν πίστευα στα μάτια μου. Η πόλη έκανε εξαγωγές ασημικών στην Ελβετία, στην Ιταλία και σε όλες τις Ευρωπαϊκές πόλεις. Παρέλασαν μπροστά μου όλες οι κοινωνικές τάξεις της Ευρώπης, έμποροι, πραματευτάδες, Άγγλοι περιηγητές, Γάλλοι Φιλέλληνες, Τούρκοι, Ρώσοι, Αλβανοί, Σλάβοι, ο πρόξενος της Γαλλίας, δεν προλάβαινα να γεμίζω με εικόνες τα κουβαδάκια μου κι από δίπλα η Αγγελικούλα μου να τ’αδειάζει γρήγορα γρήγορα στην τσάντα της. Ήξερε πως ήθελα να μεταφέρω αυτές τις εικόνες ατόφιες στις σελίδες του «Παλμού» και να τις μοιραστώ μαζί σας.
Εεε Παραμυθά, ακούω μια γυναικεία φωνή δίπλα μου. Ποια είσαι, ρωτάω τρομαγμένος, Ρωμιός ή μουσουλμάνος συνεχίζει εκείνη με ύφος νόστιμο. Ρωμιός της απαντώ, ποια είσαι του λόγου σου ξαναρωτώ. Ειρήνη με λένε, Ειρήνη όνομα και πράμα μου κάνει, κουνώντας λάγνα τα μπρός και πίσω κάλη της. Η Ειρήνη είχε μια τούφα λευκή μπροστά στο μαλλί, και μια μαύρη ελιά στο ροδαλό της μάγουλο, πιο κάτω στο βαθύ της ντεκολτέ, ένα χρυσό σταυρουδάκι έδινε μάχη να μην πνιγεί στο αφράτο στήθος της.
Χτές βράδυ, μου λέει, οι άντρες του Αλή Πασά πιάσαν 17 γυναίκες ελευθερίων ηθών, μαζί μ’ αυτές και την κυρά Φροσύνη, την γυναίκα του Δημήτρη του Βασιλείου, του έμπορου και προκρίτου της πόλης. Ο άντρας της βρίσκεται στην Ιταλία για δουλειές, κι αυτή μάνα με δυό παιδιά έβγαζε τα μάτια της με το Μουχτάρ, το γιό του Αλή Πασά, παντρεμένος κι αυτός με την κόρη του Ιμπραήμ. Ο Αλή Πασάς, μου λέει η Ειρήνη, βρήκε την ευκαιρία που ο Μουχτάρ βρισκόταν σε αποστολή και μάζεψε ξοπίσω την κυρά Φροσύνη να πνίξει τη σχέση τους στη λίμνη. Τι να σου κάνει κι ο Πασάς Τάσο μου… ας είν’ καλά το γινάτι της νύφης του που ‘θελε να βγάνει πέρα την εκδίκηση όπως ορίζει το κοράνι. Η αλήθεια είναι πως ο πονόψυχος Αλή Πασάς, ζήτησε απ’ τη Φροσύνη να τον δει ερωτικά κι αυτή η σκύλα αρνήθηκε; Μια υποχώρηση θα ‘κανε εκείνη και μια ο Αλλάχ, θα γλύτωνε τα νιάτα και την ομορφιά της. Αλλά βλέπεις, τώρα της ήρθε να το παίξει σεμνή και ταπεινή.
Τον βλέπεις μου λέει, αυτόν τον ασπρομάλλη στον καφενέ κάτω από τον πλάτανο; Αυτόν που τραβάει θεριακλίδικα το ναργιλέ; Αυτός είναι ο σύζυγός μου,Προεστός, ο Προεστός των Προεστών Τάσο μου, άμεσος συνομιλητής του Αλή Πασά. Πρόσεξε μου λέει παραμυθά, μη γυρίσεις στην Αθήνα και μας ξεφωνήσεις στον «Παλμό», γιατί θα ‘χεις να κάνεις με τον θεριακλή μου.
Ο άντρας μου, που λες Τάσο μου, προχτές μάζεψε υπογραφές και ζήτησε απ’ τον Αλή Πασά να τρώνε λεύτερα και οι ραγιάδες βατραχοπόδαρα. Στις υπογραφές και στις επιστολές είναι πρώτος, αλλεργικό τον πιάνει σαν ακούσει για λαϊκές εξεγέρσεις και επαναστάσεις. Γενικά εμείς οι Ρωμιοί, δεν έχουμε μεγάλο πρόβλημα με τον Αλή Πασά, αν εξαιρέσεις τους μεγάλους φόρους, κατά τ’άλλα ζούμε σε μια ευρωπαϊκή πόλη που δεν της λείπει τίποτα. Αν προσκυνήσεις, Τάσο μου, τον Πασά και δίνεις τους φόρους που σου αναλογούν, δεν σε πειράζει κανείς. Τίποτα δεν μας λείπει και τίποτα δεν έχουμε να ζηλέψουμε, και σχολεία έχουμε και εκκλησίες έχουμε και ευεργέτες έχουμε, τίποτα δεν μας λείπει. Αυτοί που κάθονται συνωμοτικά στο διπλανό τραπέζι, ποιοι είναι τη ρωτώ; Τίποτα μου λέει, κάτι παρακατιανοί, ονειρευάμενοι, μιλούν συνέχεια για επαναστάσεις, εξεγέρσεις και κουραφέξαλα. Αυτός με τα μακριά μαλλιά,  είναι ο Γρηγόρης, γιός αγωγιάτη και αρχηγός της συμμορίας μαζί με το Δημήτρη κι αυτός γιός φουκαρά, ο άλλος είν’ ο Χάρης κι ο Νίκος ο Καλαματιανός με το κορακί μαλλί και το κορακί μουστάκι. Συνωμότες ενάντια στην ειρήνη και τη κοινή λογική. Αυτοί Τάσο μου θέλουν φασαρίες, θέλουν λέει να κάνουν λαϊκή εξέγερση και να διώξουν τους Τουρκαλβανούς και τον Αλή Πασά απ’ την πόλη. Πες μου Τάσο μου εσύ που μοιάζεις άνθρωπος λογικός, είναι πράγματα αυτά; Τι θα απογίνουμε χωρίς την προστασία του Αλή Πασά; Είναι ώρα αυτή να πνίξουμε τον κόσμο στο αίμα; Να χάσουμε αυτά που έχουμε και να μας σιχαθούν ακόμα και οι Ευρωπαίοι φίλοι μας; Ρώτα έναν γύρω σου κι αν σου πει πως θέλει φασαρίες με τους βαρβάρους, τότε πες μου πως κάνω λάθος. Σε πληροφορώ πάνω από το 80% σήμερα θέλει την ησυχία του.
Λόγο με το λόγο κοντεύουνε μεσάνυχτα, κι όπως ορίζει το κοράνι ήταν η ώρα να παιχτεί η τελευταία σκηνή του δράματος. Ένα τάγμα έφιππων Τούρκων με πυρσούς στα χέρια έφτασε στην προβλήτα σέρνοντας αλυσοδεμένες τις 17 παστρικιές. Τα ‘θελε ο κώλος της, μου κάνει με νόημα η Ειρήνη, δείχνοντας με τα φρύδια της την κυρά Φροσύνη. Απόλυτη σιωπή, η ομορφιά της κυρά Φροσύνης απλώθηκε παντού. Ένα αγέρωχο περήφανο βλέμμα ένα αγαλμάτινο αρχαιοελληνικό θεϊκό πρόσωπο φώτισε πέρα για πέρα τα σκοτάδια της λίμνης, «αθάνατη Ελληνική ομορφιά» ξεχείλισαν οι λέξεις απ’ το στόμα μου. Κανείς δεν ζήτησε το λόγο, κανείς δεν κουνήθηκε απ’ την θέση του, κανείς δεν λυπήθηκε τα παιδιά της, τα νιάτα της την ομορφιά της. Ένα βουβό νεύμα του Αλή Πασά, έπνιξε για πάντα την ανάσα της στη λίμνη. Και κει που ‘σβησε η ανάσα, έλαμψε η ομορφιά κι φήμη της, κι απλώθηκε «λεύτερη» παντού, στα πέρατα της λίμνης, στα πέρατα της οικουμένης, στη γύρω φύση, ήρθε και έκατσε πάνω στα δέντρα, στα φύλλα, στα πλατάνια, στα τείχη της πόλης, στους δρόμους, στα σοκάκια. Εκείνη τη στιγμή ο Αλή Πασάς κατάλαβε το λάθος που ‘χε κάνει πάνω στο θυμό του, και ψέλλισε αμήχανος κοιτώντας τους ραγιάδες που στέκαν στην πλατεία. « Τι με τηράτε ορέ γκιαούρηδες, κανείς σας δε μου ζήτησε να μην τη ξεπαστρέψω, τώρα τι θα μολογήσω στον Αλλάχ;».
Κοιτάζω την πλατεία και βλέπω όλοι τους να στέκουν σιωπηλοί, μόνο η παρέα του Γρηγόρη, του Δημήτρη, του Χάρη και του Νίκου έλειπε… Τράβηξαν λέει προς τη λευτεριά…
Θα ‘χουμε ματωκύλισμα, μου γνέφει η κυρία Ειρήνη.
«Απ’ την Ειρήνη πιο σπουδαίο, είν’ η λευτεριά» φώναξα με όλη μου τη δύναμη.
Το βράδυ, έκλεισα τραπέζι, να δοκιμάσω βατραχοπόδαρα πριν επιστρέψω στην Αθήνα.