ΣΠΥΡΟΣ ΒΟΥΤΣΙΝΑΣ, Κριτικός Λογοτεχνίας – Συν Ποιείν

‘‘Η ποίηση προσφέρει
βαθύτερη ευχαρίστηση
σε λίγους, σ’εκείνους
που την αναζητούν ’’

Κατάγεται από τη Γούρια Αιτωλοακαρνανίας. Σπούδασε στο Χημικό ΑΠΘ και εργάστηκε επί χρόνια στη Β’/θμια Εκπαίδευση. Συμμετέχει σε περιοδικά, ανθολογίες και φεστιβάλ, ενώ άρθρα του έχουν δημοσιευθεί και στον ημερήσιο τύπο. Υπήρξε κριτικός λογοτεχνίας στο περιοδικό Αντί χ λογού. Σήμερα ζει με την οικογένεια του στο Βόλο.

«ΠΑΛΜΟΣ»: Πότε αρχίσατε να γράφετε και ποιές οι επιρροές σας;
ΣΠΥΡΟΣ ΒΟΥΤΣΙΝΑΣ: Χρόνος έναρξης δεν καταγράφεται. Υπάρχει μακρά περίοδος ωρίμανσης από τις φοιτητικές απόπειρες ως την ηλικία των 30 ετών. Στο διάστημα αυτό ουσιαστικά αναζητώ τον προσανατολισμό μου διαβάζοντας ποίηση και περιστασιακά πεζογραφία. Θα έλεγα πως το αληθινό φως το πήρα από έναν συγχωριανό μου, ο οποίος μου είπε το εξής: αν η ενέργεια της λύπης, της προδοσίας, της χαράς, της απογοήτευσης δεν γίνει ποίηση, θα πάει χαμένη. Αυτός ο μετασχηματισμός απαιτούσε πνευματική πειθαρχία και αναζήτηση. Στο διάστημα αυτό γράφτηκαν λίγα ή καλύτερα από αυτή τη διεγερμένη περίοδο λίγα χειρόγραφα υπάρχουν.
Η γονιμοποίηση της συνείδησής μου δεν είναι μονοσήμαντη. Επιδράσεις σημαντικές ήταν οι εξής: Πρώτον, η μελέτη μου πάνω στον Κάλβο (αναφέρω, τιμής ένεκεν, τον Γιάννη Σταμέλο, εκπαιδευτικό). Έκτοτε ξέφυγα από τα στενά πρότυπα διδασκαλίας του σχολείου εκείνης της εποχής και κατάλαβα ότι η ποίηση είναι κάτι διαφορετικό. Δεύτερον, από το δημοτικό τραγούδι και τη φθαρτική δύναμη του λόγου μέσα στο χρόνο. Τρίτον, από το λαϊκό τραγούδι, παράδειγμα η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου (στεγνός στίχος, με ουσιαστικά μόνο και τεράστια δύναμη). Τέταρτο στοιχείο, από τη γνωριμία μου με τον Σουρεαλισμό, χάρη σ’ έναν άλλον καθηγητή μου στο εξατάξιο Γυμνάσιο Αιτωλικού, τον Γιώργο Μητσόπουλο. Πέμπτον, από τον Καρυωτάκη και τον καρυωτακισμό. Έκτο, από τον Σολωμό: «λόγος- έργο – νόημα», βασικό θεμέλιο της έκφρασης της γραφής μου. Έβδομο, από το βασικό εργαλείο του σουρεαλισμού, την διαλεκτική του Ηράκλειτου, σε συνδυασμό με τον παραγωγικό μαθηματικό συλλογισμό και πως οικοδομείται ο τρέχων ειρμός του κειμένου. Όγδοο, από τα Ομηρικά έπη, εκφράσεις – αξίες διαχρονικά στον ελληνικό λόγο.
Και τέλος, από τον Ρωμανό τον Μελωδό. Θέλω ν’ αναφέρω ότι το 1974 έγραψα το ποίημα «το Σάλι», το οποίο σηματοδότησε και την ταυτότητα της γραφής μου.

 

 

 

«Π»: Αρθρογραφείτε, συμμετέχετε σε περιοδικά, ανθολογίες και φεστιβάλ. Ποιές οι πηγές έμπνευσής σας;
ΣΠ.Β.: Δεν επιδιώκω τη συμμετοχή μου σε παρουσιάσεις, διαγωνισμούς και φεστιβάλ. Οι πηγές έμπνευσής μου είναι η καθημερινότητα, η αισθητική της μελαγχολίας, (πχ η αισθητική της μελαγχολίας του Ζαμπέτα σε αντιδιαστολή με την αισθητική του Τσιτσάνη, η οποία είναι στοχαστική), η αθωότητα, τα πάθη των ανθρώπων, η φύση – φυσικά φαινόμενα και η μοναχικότητα του ανθρώπου μέσα στο αστικό περιβάλλον.

 

 

 

«Π»: Ως κριτικός λογοτεχνίας στο περιοδικό «Αντι λογου», μιλήστε μας για εσάς και την άποψή σας για τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.
ΣΠ.Β.: Η ιδιότητα του κριτικού μπορεί να υπάρχει, ο χαρακτηρισμός όμως αποδίδεται σε επαγγελματίες, που έχουν εκδώσει κριτικά δοκίμια και γράφουν επαγγελματικά σε εφημερίδες και περιοδικά. Μ’ αυτούς τους όρους δεν θεωρούμαι κριτικός λογοτεχνίας. Άποψη έχω, όχι επιστημονικά τεκμηριωμένη. Ως τέτοια, έχει εντελώς περιορισμένο ενδιαφέρον, όμως την καταθέτω: το σημαντικό στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία εντοπίζεται κυρίως στη γλώσσα, η οποία αναπνέει ελεύθερα και χωρίς ταμπού. Δηλ. δανείζεται φράσεις και λέξεις απ’ όλες τις φάσεις της εξέλιξής της. Όσον αφορά τη θεματολογία της, κυρίως εντοπίζεται στη μοναχικότητα του αστικού περιβάλλοντος. Έχουμε υπερέμφαση του ατομικού. Θα υποστήριζα πως στη σύγχρονη γραφή, το φως στους χώρους εκπέμπεται από τα πρόσωπα. Ο ατομισμός και η φωταύγεια των προσώπων συνθέτουν αισθητικό ειρμό. Ο εστιακός χώρος δράσης είναι το δωμάτιο – το δωμάτιο με άλλη βαρύτητα – όπου αναγκαστικά η κυρίαρχη συγκλονιστική εμπειρία είναι ο έρωτας, ο οποίος μπορεί να εξυψώνεται συναισθηματικά ή και να ευτελίζεται σε σαρκολατρεία. Διαφωνώ με την ελευθεριάζουσα γλώσσα, η οποία στόχο έχει να προκαλέσει θόρυβο και όχι να προκαλέσει αισθητική άποψη. Η αισθητική αυτή με τις χυδαίες εκφράσεις είναι θνησιγενής και παρακμιακή. Πάντως, για να επιστρέψω στα προηγούμενα, ο έρωτας δεν παύει να είναι η μια κορυφή του τριγώνου διαχρονικά στη λογοτεχνία μαζί με τη ζωή και το θάνατο: ΄Ερωτας – Ζωή – Θάνατος.
Ολοκληρώνοντας, η ανάγνωση μου ζητά 1. αναγνώριση της γλώσσας, 2. την πυκνότητα του κειμένου, 3. την αφαιρετική διαδικασία, 4. τους χρόνους, 5. τους χώρους, 6. τις επιρροές 7. τις απαγγελίες. Σε κάθε ποιητικό κείμενο κρύπτονται και μουσικές σιωπές, οι οποίες είναι μέρος της αισθητικής του ποιητικού κειμένου. Φυσικά είναι δύσκολο να τις ανακαλύψει ο αναγνώστης. Εγώ τις αναζητώ όπου είναι δυνατόν, γιατί δεν αποδίδονται πάντα με τη στίξη. Αλλά κατά τη διάρκεια της γραφής λειτουργούν στη διαμόρφωση του κειμένου. Θα πρόσθετα και την ανάγνωση του ποιητικού κειμένου με αρνητική διάθεση – αναζήτηση αντιποιητικών στοιχείων-, τα οποία αν εντοπισθούν, οδηγούν σε αποκλεισμό του. Κατόπιν, οι πολλαπλές αναγνώσεις του οδηγούν στην κατανόηση και στην αποκάλυψη του κάλλους. Η αναζήτηση πρωτογενών μορφών ποιητικής γραφής είναι σημαντικό στοιχείο της σύγχρονης κριτικής. Δηλαδή αναζητούμε γραφή ανεμβολίαστη από τα ρεύματα, τις επιρροές, τις επιδράσεις (αδόκιμος μεν όρος «αυτοδίδακτος», αλλά αποδοτικός μεν).

 

 

«Π»: Ποιά είναι τα κοινά στοιχεία μεταξύ παλαιών και σημερινών Ελλήνων λογοτεχνών;
ΣΠ.Β.: Δεν είμαι ο κατάλληλος, γιατί δεν έχω κάνει σχετική έρευνα, για να τεκμηριώσω την απάντησή μου. Είναι στο πεδίο έρευνας των πανεπιστημιακών.

 

 

«Π»: Τι είναι ποίηση για εσάς;
ΣΠ.Β.: Στο ερώτημα τι είναι ποίηση, έχουν δοθεί πλήθος απαντήσεων, αλλά επιστημονικός ορισμός δεν υπάρχει, παρά μόνο τεχνικός. Κείμενο το οποίο έχει ρυθμό, μουσικότητα και φόρμα είναι ποίημα. Η ποίηση είναι το σύνολο όλων των ποιημάτων. Η ερώτηση επιδέχεται διασταλτικά και μια δευτερεύουσα απάντηση στο πόσο αναγκαία είναι η ποίηση. Πάνω σ’ αυτό απαντώ δια της συγκρίσεως με το τραγούδι. Πιστεύω ότι η ποίηση προσφέρει βαθύτερη ευχαρίστηση σε λίγους, οι οποίοι την αναζητούν. Η σύζευξη της ποίησης με τη μουσική πχ στον Μ. Θεοδωράκη και Μ. Χατζιδάκι ήταν άκρως επιτυχημένη, γιατί είχε ευρύτατη απήχηση. Δεν ξέρω αν είναι σωστό να λέμε ότι η μουσική παρακίνησε στην υιοθεσία της. Είναι γεγονός ότι δεν ώθησε μεγάλο πλήθος ανθρώπων η απήχηση αυτή στα βιβλιοπωλεία. Η ποίηση παρέμεινε πάλι ελιτίστικη.

 

 

«Π»: Ποιό ρόλο έχει ο ποιητής, ποιός ο στόχος του στη σημερινή πραγματικότητα;
ΣΠ.Β.: Ο ποιητής δεν γράφει εξ υπαρχής στόχους, άσχετα αν υπηρετεί και ιδεολογικές αρχές. Από την υπάρχουσα ποιητική ύλη, με συγκεκριμένες επιλογές διαμορφώνουμε εκπαιδευτικούς στόχους μύησης, παιδείας, γονιμοποίησης συνειδήσεων, ώστε η ίδια η ποίηση να βρει την αυτόνομη λειτουργία της σε όσους την αναζητούν και την αντιλαμβάνονται.

 

 

«Π»: Ποιά μηνύματα στέλνονται μέσα από τα ποιήματα;
ΣΠ.Β.: Η ποίηση γράφεται εκστασιακά, όπως οι χρησμοί της Πυθίας. Ο αποδέκτης των χρησμών είναι ο αναγνώστης ο οποίος ψάχνει το ευδαιμονικό κάλλος στις συντεταγμένες της φύσης , του λόγου και του νοήματος. Αλλά η ομορφιά εκτός από αρμονία έχει και άλλες πηγές στην ευρύτερη δεξαμενή των συναισθημάτων και της ηθικής. Αυτές οι άδηλες πηγές μαζί με τα φαινόμενα διατρέχουν την ροή του κειμένου εκπέμποντας πλήθος μηνυμάτων. Συχνά τα ερεθίσματα και η εμπνεύσεις είναι μια αυθόρμητη στάση στα κοινωνικά δρώμενα όποτε τα κείμενα διατρέχονται από ιδεολογικές θέσεις. Στόχος της ποίησης όμως δεν είναι η εκπομπή των μηνυμάτων πρωτευόντων και δευτερευόντων, αλλά η αποκάλυψη του κάλλους όπως διαμορφώνεται σε τόπο και χρόνο. Κατά την διάρκεια της Δικτατορίας η ποίηση και το τραγούδι εξύψωσαν την αντιστασιακή δράση, αλλά δεν την προκάλεσαν αιτιολογικά. Το διαχρονικό κάλλος ακόμη και τότε υπήρχε σε αυτά.

 

 

«Π»: Η συγγραφή έγινε μόδα και όλοι πλέον γράφουν;
ΣΠ.Β.: Αυτό σαν διαπίστωση ισχύει. Η αξιολόγηση της λογοτεχνικής παραγωγής είναι άλλο θέμα. Είναι γνωστό ότι με την συγγραφή ο άνθρωπος εκτονώνει την αρνητική ενέργεια και δίνει διασταλτική ιδιότητα στο «εγώ». Μ’ αυτά τα δεδομένα δεν αποτελεί φαινόμενο ότι πολλοί γράφουν. Άρα δεν θα το πούμε «μόδα», αλλά το καταγράφω ως μια πραγματικότητα, αποφεύγοντας τον χαρακτηρισμό. Η επιδίωξη της δόξας είναι δικαίωμα του καθενός. Εκείνη θα επιλέξει ποιους θα στέψει με δάφνες. Ο αναλφαβητισμός άλλωστε έχει σχεδόν εξαφανισθεί στην ελληνική κοινωνία.

 

 

«Π»: Πόσο σημαντική είναι η παρουσία κριτικών στον τομέα της τέχνης;
ΣΠ.Β.: Υπάρχει μια αντίληψη ότι οι κριτικοί επιδιώκουν να υπάρχει στριφνή και δυσνόητη γραφή, ώστε να καθίσταται αναγκαία η ύπαρξή τους. Ο συνυφασμός του ελιτίστικου χαρακτήρα της ποίησης συμπεριλαμβάνει αναγκαστικά τη λειτουργία της κριτικής. Αναγνωρίζουμε την τεράστια συνεισφορά της στη λειτουργία της λογοτεχνίας. Μετά την κριτική ο αναγνώστης μπορεί να δει στα κείμενα πτυχές και αλήθειες που δεν είναι ορατές χωρίς τη βοήθειά της.
Έχει επίσης ειπωθεί ότι σε μερικές περιπτώσεις είναι ανώτερη λογοτεχνικά του κειμένου – αντικειμένου. Επομένως η κριτική είναι επιστημονική, μελετητική και σημαντική λογοτεχνική αξία. Όσον αφορά το διαχωρισμό της σε ποιοτική και φιλολογική, γίνεται για τεχνικούς λόγους, ενώ στην ουσία είναι μία και ενιαία, όπως η Χημεία έχει δύο κλάδους: την οργανική και την ανόργανη. Συμπερασματικά συμπεριλαμβάνουμε το δίπολο δημιουργία – κριτική στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι.

 

 

«Π»: Η τέχνη της λογοτεχνίας είναι καθαρά εσωτερική ανάγκη έκφρασης;
ΣΠ.Β.: Ουσιαστικά στην ερώτηση αυτή εξειδικεύεται το χάρισμα του ταλέντου από την ενασχόληση, δηλαδή όλοι οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να εξωτερικεύσουν τα ταραχώδη συμβάντα της ψυχής και τα ωραία αυτής. Αλλά το τάλαντο επικοινωνεί μέσω της κοινής βιωματικής εμπειρίας τα εσωτερικά της επιτυχώς στους αναγνώστες. Η ενασχόληση δεν έχει βέβαιο αυτό το αποτέλεσμα.

 

 

 

«Π»: Συν Ποιείν 2017, ανθολόγιο βιβλίο σε μορφή PDF. Μιλήστε μας γι’αυτό.
ΣΠ.Β.: έχει καλυφθεί! Σας στέλνω από την ανακοίνωση ΣΤΗΝ ΟΜΑΔΑ ΣΥΝΠΟΙΕΙΝ 2017 την απάντηση για να την διαμορφώσετε κατάλληλα…(Συμμετέχουν πάνω από εκατό συγγραφείς – λογοτέχνες με αδημοσίευτο και με δημοσιευμένο υλικό που επέλεξαν οι ίδιοι. Η ιδέα για αυτή την σειρά εκδόσεων με ποίηση και γενικά λογοτεχνία προέκυψε από την ανάγκη που εξέφρασαν εκπαιδευτικοί από όλη την Ελλάδα και την Κύπρο, για μια συγκεντρωτική παρουσίαση με ελεύθερη πρόσβαση σε μορφή e-book, των σύγχρονων Ελλήνων συγγραφέων, με προσωπική επιλογή από το έργο τους, καθώς και των νέων τάσεων και ρευμάτων της Ελληνικής γραμματείας)

 

 

 

«Π»: Ποιός είχε την ιδέα και ποιά η ανταπόκριση των λογοτεχνών;
ΣΠ.Β.: Κατηγορηματικά η ιδέα ανήκει στο Θανάση Πάνου, συγγραφέα- εικαστικό- εκπαιδευτικό, η οποία ιδέα είναι η εξής: αυτοανθολόγηση – συγκέντρωση – αποτέλεσμα. Το περισσότερο βάρος καλύπτει η ιδέα της αυτοανθολόγησης. Στην πράξη λείπει η αισθητική κατεύθυνση και η αξιολόγηση. Απαντούμε, βεβαίως! γιατί στόχος μας ήταν η καταγραφή μιας υπάρχουσας πραγματικότητας και των πνευματικών ζυμώσεων στο σύγχρονο πνευματικό γίγνεσθαι. Όταν έγιναν οι προτάσεις συμμετοχής, φυσικό ήταν να υπάρχει αυθόρμητη αποδοχή, αλλά και άρνηση. Απόλυτα λογικό, διότι η καχυποψία είναι σύμφυτη με την ελληνική κουλτούρα. Ο πίνακας συμμετοχών έχει δημοσιοποιηθεί και μπορείτε ανά πάσα στιγμή να τον βρείτε. Παραθέτουμε εδώ μόνο τα ονόματα της επιτροπής οργάνωσης και επιμέλειας. Ο Θανάσης Πάνου οπτικοποίησε το υλικό με θαυμάσιες εικαστικές ιδέες.

 

 

 

«Π»: Τι κενό καλύπτει αυτή η πρωτοβουλία;
ΣΠ.Β.: Δημιουργικό κενό δεν υπάρχει, απλώς η προσπάθειά μας έχει συγκεντρωτικό ενδιαφέρον και το αισθητικό αποτέλεσμα θα προκύψει συν τω χρόνω, χωρίς να είμαστε σε θέση κάνουμε κάποια πρόβλεψη. Η χρηστική όμως δυνατότητα είναι δεδομένη.

 

 

 

«Π»: Στο ανθολόγιο, οι λογοτέχνες είναι με αλφαβητική σειρά, πώς αισθάνονται οι νέοι ποιητές δίπλα σε ηχηρά ονόματα της ποίησης;
ΣΠ.Β.: Η συμμετοχή των καταξιωμένων στην ελληνική γραμματεία (επωνύμων λογοτεχνών) κοσμεί το Ανθολόγιο και περιποιεί τιμή στην προσπάθειά μας. Μ’ αυτή τη σκέψη εικάζω ότι όλοι οι συμμετέχοντες αποδέχονται αυτήν την τιμή ή ότι όλοι εκλαμβάνουν παρόμοια την προσπάθειά μας. Η αλφαβητική σειρά αποκλείει τη διάκριση ως δίκαιη και αναδεικνύει την αυτοδυναμία των κειμένων, δεδομένου ότι πολλά από αυτά είναι ανοχύρωτα από τίτλους.

 

 

«Π»: Πώς διατίθεται το βιβλίο Συν Ποιείν;
ΣΠ.Β.: Κατ’αρχάς θα αποσταλεί σε Σπουδαστήρια Νέας Ελληνικής Φιλολογίας, Πανεπιστήμια και σε πολλές Βιβλιοθήκες πόλεων, ενώ θα γίνει προβολή του μέσω εφημερίδων, λογοτεχνικών περιοδικών και ραδιοφώνου. Το βιβλίο θα κατεβαίνει ελεύθερα από τις ανοιχτές βιβλιοθήκες Biblio.net, Παιδεία, Καθηγητής, Schooltime και άλλες ηλεκτρονικές. Όποιος θέλει μπορεί να το τυπώνει ελεύθερα. Παράλληλα θα έχει τη δική του ιστοσελίδα με όλο το υλικό, συνεντεύξεις, βίντεο κτλ., ενώ θα υπάρχει τακτική ενημέρωση στον Τύπο, για το που μπορεί κανείς να το βρει.

 

 

«Π»: Είναι εκπαιδευτικό εργαλείο για τους μαθητές;
ΣΠ.Β.: Ζυμώθηκε στις μεταξύ μας συζητήσεις η διαμόρφωση του εκπαιδευτικού μοντέλου της αυτόνομης διδακτικής δράσης στα σχολεία. Επεξηγώ: το εκπαιδευτικό πρόγραμμα προβλέπει την συγκεκριμένη διδασκαλία λογοτεχνικών κειμένων αποκλείοντας οποιεσδήποτε διδακτικές πρωτοβουλίες εκτός αυτού. Είναι δύσκολο ένας φιλόλογος να ερευνήσει τη σύγχρονη λογοτεχνική κίνηση στην αγορά και να προτείνει τη διδασκαλία εκτός προγράμματος. Άρα: α. το Υπουργείο Παιδείας πρέπει να επιτρέψει την ανάληψη τέτοιων πρωτοβουλιών με την ελευθερία επιλογής του διδακτικού υλικού και β. το Ανθολόγιό μας «ΣυνΠοιείν 2017» προσφέρει τέτοια δυνατότητα. Οι μαθητές συμμετέχοντας σ’ αυτήν τη διαδικασία έχουν παρθενική επαφή με τη λογοτεχνική δημιουργία και πρακτικά μπορούν ν’ αναζητήσουν κείμενα και να τα προτείνουν για διδασκαλία και μελέτη.

 

 

«Π»: Πότε θα είναι έτοιμο;
ΣΠ.Β.: Εικάζουμε σύντομα, όταν ξεπεραστούν κάποια τεχνικά οδοφράγματα.

 

 

«Π»: Υπάρχει στα σκαριά ιδέα συνέχισης του ανθολογίου;
ΣΠ.Β.: Είναι παρακινδυνευμένο να προβούμε σε μια τέτοια πρόβλεψη. Εννοείται, ότι ανοίγοντας εμείς το δρόμο, μπορούν να το επιχειρήσουν και άλλοι με καλύτερες προϋποθέσεις πατώντας στην εμπειρία της προσπάθειας αυτής. Εμείς ανοίξαμε ένα δρόμο. Ο Θανάσης (η οικειότητα αυθόρμητη), ο οποίος έχει επιφορτισθεί με το βάρος της επικοινωνιακής πλευράς, θα μπορούσε να φωτίσει περισσότερο τα πράγματα. Ουσιαστικά ψυχή της προσπάθειας αυτής είναι ο Θανάσης Πάνου, τον οποίο και ευχαριστούμε.