Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ – ΜΟΔΙΝΟΥ, Βιολοντσελίστρια – Μέτζο Σοπράνο «Η τέχνη είναι “όπλο” που ξυπνάει τις συνειδήσεις»

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και ήδη από πολύ νεαρή ηλικία διακρίθηκε για το ταλέντο της στη μουσική. Σπούδασε κλασικό τραγούδι και βιολοντσέλο στην Ελλάδα (Πτυχίο Βιολοντσέλλου με «Άριστα Παμψηφεί» στο Νέο Ωδείο Θεσ/νίκης) και τη Γερμανία (Hochschule fuer Musik Detmold, Hochschule fuer Musik und Darstellende Kunst Stuttgart) από την οποία αποφοίτησε το 2003 με Δίπλωμα Μονωδίας και Εξιδίκευση στην Όπερα με Άριστα. Η καριέρα της ως λυρική τραγουδίστρια άρχισε το 2001, με την συμμετοχή της στο διεθνές φεστιβάλ και ακαδημία της Aix-en Provence και το φεστιβάλ Mozart Toujours στο Salzburg. Έκτοτε έχει εμφανιστεί σε πρωταγωνιστικούς ρόλους διεθνώς, μεταξύ άλλων στο Εθνικό Θέατρο του Λουξεμβούργου, την Όπερα της Στουτγάρδης, το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης και Αθηνών, το Teatro Real της Μαδρίτης, το Teatro Cilea του Reggio Calabria κ.α.

Το καλοκαίρι του 2010 τραγούδησε τον ρόλο της Contessa di Ceprano στην όπερα του G. Verdi Rigoletto στην παραγωγή της εταιρίας RADA Film Rigoletto a Mantova με πρωταγωνιστή τον Placido Domingo, υπό τη διεύθυνση του Zubin Mehta. Η παραγωγή προβλήθηκε ζωντανά σε 138 χώρες σε όλον τον κόσμο. Έχει βραβευτεί από την Ένωση Ελλήνων Κριτικών το 2009 ως καλύτερη πρωτοεμφανιζόμενη καλλιτέχνης. Το αγγλικό περιοδικό Opera Now (2008) την κατέταξε στους νέους ανερχόμενους λυρικούς τραγουδιστές διεθνώς. Είναι υπότροφος του Ιδρύματος Βάγκνερ (1999) και έχει κερδίσει το Βραβείο Κοινού στο διεθνή διαγωνισμό Belcanto του Rossini Festival στο Bad -Wildbad (2007). Έχει αποσπάσει τη διεθνή υποτροφία του ABRSM (Associated Board of the Royal Schools of Music) για σπουδές βιολοντσέλου στο Royal College of Music (1996). Υπήρξε υυποψήφια Γυναίκα της χρονιάς από το περιοδικό Life & Style, στην κατηγορία Διεθνής Ελληνίδα.
Εκτός από τις μουσικές της σπουδές, έχει σπουδάσει μοντέρνο χορό και Physical Theater με τον Thomas Mettler στη Βέρνη και έχει συμμετάσχει σε μουσικοθεατρικές παραγωγές με καταξιωμένους καλλιτέχνες στον χώρο του θεάτρου και του χορού όπως Maurice Bejart, Marcia Haydee, Kerstie Simson, την Καταλανική θεατρική ομάδα La Fura dels Baus κ.ά.
Η Κασσάνδρα είναι ιδρυτικό μέλος της εταιρίας παραγωγής Skull of Yorick Productions, που ιδρύθηκε το 2011 και ειδικεύεται σε παραγωγές με ανατρεπτικές ενορχηστρώσεις και σκηνοθεσίες.

«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιό περιβάλλον μεγαλώσατε;
ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ – ΜΟΔΙΝΟΥ: Μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Οι γονείς μου, εκπαιδευτικοί, μου έδωσαν από νωρίς και χωρίς πιέσεις όλα τα απαραίτητα ερεθίσματα για να δουν πού είναι η κλήση μου. Παράλληλα πρόλαβα να χαρώ το «παιχνίδι έξω στο δρόμο». Η αίσθηση της ελευθερίας και μέσα αλλά και έξω από το σπίτι, είναι αυτό που με καθόρισε ως προσωπικότητα.

«Π»: Σας ώθησε στη μουσική κάποιος από την οικογένειά σας;
Κ.Δ.Μ.: Η οικογένειά μου είναι πολύ μουσικόφιλη και είχε πάντα μια ιδιαίτερα καλή σχέση και με την κλασική μουσική. Τα μουσικά μου ακούσματα, ήδη από βρεφική ηλικία, ήταν κυρίως μουσική του Bach. Συνέβη λοιπόν μάλλον «από μόνο του», το να την αγαπήσω, γιατί μου ήταν ήδη πολύ οικεία σαν άκουσμα. Και οι δύο γονείς μου, όπως και οι παππούδες μου από την μεριά της μητέρας, έχουν πολύ ωραίες φωνές και τραγουδούσαν πάντα. Ο πατέρας μου ήταν μέλος στην Χορωδία του Γ. Μάντακα από πολύ μικρός. Ίσως όλα αυτά να έπαιξαν ρόλο για την μετέπειτα στροφή μου στην όπερα.

«Π»: Πώς ανακαλύψατε το «θείο χάρισμα»;
Κ.Δ.Μ.: Η στροφή μου από το βιολοντσέλο στο τραγούδι έγινε απότομα και μέσα σε λίγο χρόνο. Ενώ είχα ήδη μια πολύ αξιοσημείωτη πορεία με το βιολοντσέλο (Διεθνή Υποτροφία για σπουδές στο Λονδίνο, πρώτα βραβεία και διακρίσεις, Δίπλωμα με Άριστα Παμψηφεί στα 16 μου χρόνια, πρόταση μόνιμης συνεργασίας σε επαγγελματική ορχήστρα ως «κορυφαία» στα 17 μου) ξαφνικά αποφάσισα ότι η πορεία αυτή δεν είναι για μένα. Η απόφαση αυτή ήταν σοκαριστική και για όσους με ξέραν, ειδικά για τους γονείς μου-αλλά και για μένα την ίδια. Απλά την πήρα, γιατί ένιωσα ότι ο κόσμος της όπερας και όχι της ορχήστρας ή της σολιστικής καριέρας με το βιολοντσέλο, είναι τελικά ο κόσμος μου. Φωνή είχα πάντα καλή, τραγουδούσα σε χορωδίες, στις γιορτές του σχολείου, μόνη μου στο σπίτι… Την όπερα σαν είδος δεν την γνώριζα. Την έμαθα αφού έφυγα στο εξωτερικό, τυχαία, μέσω της πρώτης μου σχέσης, που ήταν τραγουδιστής. Όχι ότι προσπάθησε ο άνθρωπος να κάνει κάτι τέτοιο… απλά μια μέρα άκουγε την όπερα «Οι Παλιάτσοι» του Ruggero Leoncavallo κι εγώ ερωτεύτηκα παράφορα την όπερα! Ήμασταν στη Γερμανία, εγώ ετοιμαζόμουν για εισαγωγικες εξετάσεις στο βιολοντσέλο. Τελικά έδωσα και για τραγούδι και με πήραν και στα δύο. Ήταν μάλλον «γραφτό» να συμβεί.

«Π»: Ανήκετε στην κατηγορία της διεθνούς Ελληνίδας. Πώς κατακτάται αυτή η διάκριση;
Κ.Δ.Μ.: Δεν γνωρίζω πώς ακριβώς έγινε αυτό, αλλά κάποια στιγμή, νομίζω το 2011, το περιοδικό Life and Style με έκρινε άξια αυτού του τίτλου και ήμουν υποψήφια στην κατηγορία «Διεθνής Ελληνίδα». Δεν κέρδισα, αλλά η υποψηφιότητα ήταν πολύ τιμητική. Όποιος κι αν με πρότεινε τότε στους διοργανωτές, τον ευχαριστώ δημοσίως πάρα πολύ!

«Π»: Αυτόν τον καιρό, πού σας βρίσκουμε;
Κ.Δ.Μ.: Αυτόν τον καιρό είμαστε σε μια πολύ σημαντική και κρίσιμη περίοδο, γιατί ετοιμάζουμε μια πανελλήνια περιοδεία του έργου μου «Η Όπερα βγήκε απ’ τον Παράδεισο». Είναι θεατρική κωμωδία που όμως εμπεριέχει τις πιο γνωστές κι όμορφες άριες και ντουέτα από την όπερα, τα οποία τραγουδάμε ζωντανά. Πρωταγωνιστής είναι ο Θεσσαλονικός ηθοποιός Άκης Σακελλαρίου και η σκηνοθεσία είναι της Τζένης Δριβάλα. Ελπίζω ότι ο κόσμος θα μας τιμήσει και υπόσχομαι ότι θα περάσουν υπέροχα!

«Π»: Σκηνοθετήσατε τέσσερις όπερες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό με επιτυχία. Μοιραστείτε μαζί μας τις δουλειές σας αυτές.
Κ.Δ.Μ.: Για την ακρίβεια, έχω σκηνοθετήσει τις όπερες «Οθέλλο», «Νόρμα», «Αντιγόνη», «Κάρμεν», «Αδερφή Αγγελική», «Ο Μανδύας», «Η υπηρέτρια που έγινε κυρία» και «Έτσι κάνουν όλες». Η «Αντιγόνη» ανέβηκε στο 16ο Διεθνές Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος στο αρχαίο θέατρο του Κούριου στην Κύπρο. Η «Νόρμα» στο Μέγαρο Μουσικής στη Θεσσαλονίκη και στο Δημοτικό Ωδείο Λάρισας και ο «Οθέλλος» στο Θέατρο Κήπου πάλι στη Θεσσαλονίκη και στο Λονδίνο. Πολλά έργα ανέβηκαν και στο Φεστιβάλ Όπερας που έχουμε ξεκινήσει από το 2015 στο Ωδείο Αρχαίας Ρωμαϊκής Αγοράς της Θεσσαλονίκης. Ως σκηνοθέτης είχα την «ατυχία» – ή τύχη, όπως το δει κανείς – να πρέπει να σκηνοθετήσω σε εποχή που η ομάδα μας δεν είχε σχεδόν καθόλου κεφάλαιο. Αυτό σημαίνει ότι έπρεπε να δουλέψω μόνο με ιδέες και σώματα. Πολλές φορές λοιπόν αναγκάστηκα ναβρω τρόπους να γίνει κάτι με ελάχιστα μέσα, που όμως να είναι ενδιαφέρον για το κοινό. Νομίζω ότι η αγάπη του κόσμου και το γεγονός ότι πλέον γεμίζουμε τις αίθουσες, τα λέει όλα. Ως σκηνοθέτης όπερας, δεν είμαι αναγνωρισμένη ακόμη, γιατί δυστυχώς ο καλλιτεχνικός κόσμος διακατέχεται από ορισμένα ανόητα «ταμπού». ‘Ενα από αυτά είναι ότι δεν μπορείς να είσαι ενεργός τραγουδιστής και σκηνοθέτης ταυτόχρονα, γιατί παλαιότερα, σκηνοθέτες της όπερας γίνονταν τραγουδιστές που, λόγω ηλικίας, δεν μπορούσαν πια να είναι πρωταγωνιστές. Εγώ τέτοιους «κανόνες» δεν τους σέβομαι, γιατί δεν τους θεωρώ λογικούς και οπότε, ο καλλιτεχνικός κόσμος δεν σέβεται εμένα ως σκηνοθέτη. Όπως σας είπα όμως παραπάνω, ο κόσμος (το κοινό) έχει άλλη άποψη και εν τέλη, αυτή μετράει παραπάνω. Όταν με ρωτάν κάποιοι «γιατί τα κάνεις και τα δύο» τους απαντώ «γιατί όχι». Στο θέατρο συμβαίνει συνέχεια, στον κινηματογράφο επίσης. Γιατί όχι και στην όπερα; Η όπερα άλλωστε, είναι «εύκολη» να σκηνοθετηθεί, αν την γνωρίζεις πολύ καλά. Εγώ τη γνωρίζω. Αγαπώ τους τραγουδιστές, ξέρω τις ανάγκες τους και έχω τεράστια εμπειρία και γνώσεις. Κουράστηκα όμως πολύ από τις συνθήκες στις οποίες έπρεπε να δουλέψω – πολλές φορές έπρεπε να κάνω και τα κοστούμια και το μακιγιάζ… Τεράστια κούραση, μεγάλο σχολείο! Προς το παρόν κάνω μια μικρή «παύση» και εστιάζω στο τραγούδι, γιατί είχα και έχω μπροστά μου μεγάλα και σημαντικά «ντεμπούτα». Ελπίζω μια μέρα σύντομα, να μπορέσω πια να σκηνοθετήσω και με όλες τις κατάλληλες συνθήκες και το κεφάλαιο που συνήθως δίνεται στους σκηνοθέτες όπερας, έτσι για… αλλαγή!

«Π»: Κινήστε στο εξωτερικό. Πώς βλέπουν την Ελλάδα εκεί;
Κ.Δ.Μ.: Δεν κινούμαι σε όλες τις χώρες του εξωτερικού, αλλά η Γερμανία που είναι η ισχυρότερη οικονομικπά χώρα αυτή τη στιγμή, συμπαθεί την Ελλάδα. Μιλάω για τους ανθρώπους του Πολιτισμού. Δεν συμπαθούν τους πολιτικούς τους (ειδικά τον Σόϊμπλε!) και καταλαβαίνουν ότι η Ελλάδα αδικείται και πιέζεται. Δεν τους αρέσει αυτό. Η προπαγάνδα των προηγούμενων χρόνων έχει μετριαστεί από τα ΜΜΕ και έτσι πια όλες οι αντιδράσεις είναι λιγότερο έντονες. Τα ΜΜΕ έκαναν πολύ κακό στην εικόνα της χώρας μας προς τα έξω. Ευτυχώς όλος ο κόσμος έχει κοντή μνήμη και η Ελλάδα δεν χαρακτηρίζεται κυρίως από τα πολιτικά της θέματα, αλλά από την ιστορία της και την κληρονομιά που έχει αφήσει στην Ευρώπη. Αυτό μας σώζει και είναι η μεγάλη μας δύναμη σαν χώρα. Αν καταφέρουμε να τονίσουμε αυτό το στοιχείο και ενδυναμώσουμε την ταυτότητά μας και την εικόνα μας πατώντας εκεί πάνω, όλα θα καλυτερέψουν. Είμαι αισιόδοξη.

«Π»: Είναι η Όπερα προσιτή στον μέσο Έλληνα;
Κ.Δ.Μ.: Δεν είναι απόλυτα προσιτή ακόμη, αλλά γίνονται πλέον προσπάθειες από όλους τους φορείς για το αντίθετο. Εμείς ακριβώς αυτό το καταφέρνουμε με μεγάλη επιτυχία με την παρουσία μας από το 2013 σαν ομάδα (Skull of Yorick Productions). Στη Θεσσαλονίκη έχουμε δουλέψει πολύ με πολλές παραστάσεις σε πολλούς και διαφορετικούς χώρους (από το Μέγαρο εώς και σε διάφορα καφέ, στο Πανεπιστήμιο, σε εναλλακτικούς χώρους, μουσεία, ακόμη και στο δρόμο) εκ των οποίων και πολλές δωρεάν για το κοινό, όπως επίσης και με το Στούντιο Όπερας: ένα φυτώριο νέων καλλιτεχνών, τους οποίους υποστηρίζουμε και προωθούμε μέσω της όπερας. Ο κόσμος εκτιμάει την προσπάθεια να τον πλησιάσεις και εκτιμάει και την αξία που δίνει κανείς στα παιδιά του. Τελικά τους αρέσει η όπερα, αν καταφέρεις να τους τη δώσεις με τρόπο που να μην τους κομπλάρει. Και γιατί να μην τους αρέσει; Υπέροχη μουσική, σενάρια που ξεπερνάν τα… τουρικά σήριαλ σε έρωτα και πάθος και ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο. Ειδικά οι παραδοσιακές παραγωγές κερδίζουν έδαφος. Ο κόσμος έχει ανάγκη να ταξιδέψει σε όμορφα, εντυπωσιακά μέρη, να ξεφύγει από την καθημερινότητά του.

«Π»: Τι τραγουδάτε εκτός σκηνής;
Κ.Δ.Μ.: Δεν τραγουδάω και δεν ακούω μουσική. Ξεκουράζομαι με απόλυτη ησυχία. Καμιά φορά, για να ευχαριστήσω κανέναν, ίσως θα τραγουδήσω κάποιο παραδοσιακό κομμάτι. Κάποια με συγκινούν ιδιαιτέρως.

«Π»: Η μουσική είναι οικουμενική, ενώνει τους λαούς;
Κ.Δ.Μ.: Ναι, είναι! Όλους, με την προϋπόθεση ότι είναι δεκτικοί απάναντι στο άκουσμα που τους προσφέρεις. Αλλιώς μπορεί και να λειτουργήσει αντίστροφα. Η τέχνη σίγουρα όμως, είναι η μεγαλύτερη δύναμη των ανθρώπων. Οι καλλιτέχνες είναι πολύ πιο δυνατοί από όσο νομίζουν και από όσο τους έχει αφήσει η κοινωνία να πιστεύουν ότι είναι. Σε πολλές περιπτώσεις, τους έχει περιθωριοποιήσει. Η τέχνη είναι «όπλο» που ξυπνάει τις συνειδήσεις και δεν χρειάζεται καμία υποστήριξη για να συμβεί – μπορεί να συμβεί κάθε στιγμή, παντού. Είναι ανεξέλεγκτη. Αυτό είναι κάτι το τρομερό, που πάντα οι πολιτικοί ή γνωρίζουν θα χρησιμοποιούν, όσο μπορούν, προς όφελός τους, ή το φοβούνται και το πολεμούν.

«Π»: Ποιά συνεργασία σας ξεχωρίζετε, εδώ ή στο εξωτερικό;
Κ.Δ.Μ.: Προς το παρόν η πιο σημαντική συνεργασία μας σαν ομάδα είναι με το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, με το οποίο έχουμε συνεργαστεί από το 2015 και έχουμε ανεβάσει με τεράστια επιτυχία τις όπερες «Νόρμα» και «Αϊντα». Φέτος ετοιμάζουμε ακόμη μία τεράστια χειμερινή παραγωγή. Αυτή την στιγμή όμως, το πιο σημαντικό πράγμα που μας συμβαίνει, είναι η καλοκαιρινή περιοδεία σε όλη την Ελλάδα, με το έργο μου «Η Όπερα βγήκε απ’ τον Παράδεισο». Είναι μια θεατρική κωμωδία, στην οποία να τονίσω ότι πρωταγωνιστεί ο διακεκριμένος Έλληνας ηθοποιός Άκης Σακελλαρίου, η οποία εμπεριέχει μερικές από τις πιο γνωστές και όμορφες οπερατικές μελωδίες. Τραγουδάμε ζωντανά επί σκηνής, οι διάλογοι είναι εξαιρετικά αστείοι και η όπερα «κατεβαίνει» από «εκεί ψηλά» που την έχουν βάλει κάποιοι και πάει κοντά στον κόσμο, μέσω μιας κωμωδίας που ουσιαστικά, διακωμωδεί τον χώρο μας, που, όπως θα δείτε, δεν διαφέρει και πολύ από τον υπόλοιπο! Αυτή η περιοδεία είναι πολύ σημαντική για μας και ελπίζω ο κόσμος να μας τιμήσει. Η πρεμιέρα μας είναι 17 Ιουνίου στην Λάρισα και από εκεί πάμε Βόλο, Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Αλεξανδρούπολη, Λαμία, Αθήνα κ.α. Είναι ένα κολοσσιαίο πρότζεκτ για μας και ένα στοίχημα που θέλουμε να κερδίσουμε.

«Π»: Είναι η μουσική παιδεία πολυτέλεια;
Κ.Δ.Μ.: Θεωρώ πως πλέον όχι. Είναι θέμα προτεραιτότητας των γονέων. Από ένα επίπεδο και πάνω, βέβαια, η αλήθεια είναι ότι, για να καταφέρει κάποιος να συντηρήσει τον εαυτό του μέχρι να αρχίσει να κερδίζει τόσα χρήματα όσα να μπορεί να επιβιώσει, χρειάζεται κάποιο κεφάλαιο, ή βοήθεια από αλλού. Πολλοί καλλιτέχνες αναγκάζονται να συμβιβαστούν, ή και να αλλάξουν δουλειά εντελώς, προκειμένου να επιβιώσουν. Οι σπουδές δεν είναι πια ακριβές – κάποτε ήταν, όταν η Ελλάδα δεν παρείχε όλα τα επίπεδα σπουδών και έπρεπε να βγούμε όλοι στο εξωτερικό – αλλά το να μπεις στην αγορά εργασίας, έχει κόστος. Και δυστυχώς, εφόσον η Ελλάδα δεν παρέχει ακόμη αρκετά μεγάλη αγορά εργασίας για τους μουσικούς τους είδους που εκπροσωπώ, αναγκαστικά όσοι θέλουν να προχωρήσουν και επαγγελματικά, θα βγουν στην διεθνή αγορά εργασίας και, άρα, είναι μια «πολυτέλεια». Δεν μπορούν να το κάνουν όλοι. Εκεί χρειάζεται η υποστήριξη του κράτους με υποτροφίες, με σπόνσορες και ό,τι άλλο πρέπει για να βοηθήσει αυτά τα άτομα να συντηρηθούν και να προχωρήσουν σε διεθνής διακρίσεις.

«Π»: Ποιό ρόλο θέλετε να ερμηνεύσετε;
Κ.Δ.Μ.: Θα ήθελα να ερμηνεύω τους ρόλους που έχω ήδη ερμηνεύσει και στο μέλλον, δηλαδή την Κάρμεν, την Αμνέρις κ.ά. αλλά και να συμπληρώσω και το ρεπερτόριό μου και με νέους ρόλους – κάτι που ευτυχώς συμβαίνει με καλή συχνότητα. Στο εξωτερικό έχω καινούγιες προτάσεις, κάτι που με χαροποιεί ιδιαίτερα, γιατί βρίσκομαι στην πιο ωραία φωνητική περίοδο της ζωής μου. Αυτό που λείπει είναι η συνεργασία με την Εθνική Λυρική Σκηνή. Ως καλλιτεχνική διευθύντρια ιδιωτικής λυρικής σκηνής, θεωρώ ότι η μοναδική κρατική σκηνή της χώρας μας θα έπρεπε να δίνει πολύ περισσότερο βάρος ακόμη στο να αξιοποιεί το ελληνικό καλλιτεχνικό δυναμικό. Δεν είναι και τόσο δύκολο, αρκεί να υπάρχει σωστός προγραμματισμός και διάθεση. Μέχρι τώρα, δεν υπήρξε, όσες προσπάθειες κι αν έκανα. Πλέον, από τη θέση που είμαι, παραμένω συγκρατημένα αισιόδοξη σε σχέση με τη νέα διεύθυνση της ΕΛΣ και μελλοντική συνεργασία μας και χαίρομαι που επιτέλους η ΕΛΣ μπήκε σε έναν τόσο σημαντικό χώρο.

«Π»: Μελλοντικά σχέδια;
Κ.Δ.Μ.: Όπως σας είπα και παραπάνω, μπροστά μας απλώνεται μια καλοκαιρινή περιοδεία, μετά έχουμε το Φεστιβάλ Όπερας τον Σεπτέμβριο 2017 στη Θεσσαλονίκη με δύο παραστάσεις, 12 και 15 Σεπτεμβρίου και η μεγάλη μας οπερατική παραγωγή για τον χειμώνα 2017. Παράλληλα, έχουμε μικρότερα παράλληλα πρότζεκτ για νέους καλλιτέχνες. Σύντομα θα ανακοινωθεί ο επίσημος καλλιτεχνικός προγραμματισμός Φθινόπωρο 2017 – Άνοιξη 2018 στην σελίδα μας: www.hellenicoperaco.com. Προσωπικά, έχω κάποιες συναυλίες και καινούργιες συνεργασίες και στη Γερμανία, για τις οποίες όμως δεν μπορώ ακόμη να μιλήσω. Ελπίζω όλα να παν καλά και σας ευχαριστώ, εσάς και όλους Έλληνες, για την αγάπη σας.