Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Αγγειακά Εγκεφαλικά Επεισόδια (ΑΕΕ) «Καλύτερα να προλαμβάνεις παρά να θεραπεύεις»

Στο δυτικό κόσμο τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια (ΑΕΕ), είναι η τρίτη αιτία θανάτου μετά τα καρδιοαγγειακά νοσήματα και τις κακοήθεις νεοπλασίες. Παράλληλα, είναι και μία από τις πιο συχνές αιτίες ήπιας ή σημαντικής αναπηρίας παρόλο που μετά την πάροδο ενός έτους από την εκδήλωση ενός εγκεφαλικού επεισοδίου το 1/3 των ατόμων έχει μια πλήρη ή καλή αποκατάσταση.

Η συχνότητα των ΑΕΕ, αυξάνει με την ηλικία και εμφανίζονται συνήθως μετά τα 55 – 60 έτη. Τα περισσότερα επεισόδια εκδηλώνονται στους άνδρες. Τα ΑΕΕ πολλές φορές δημιουργούν τεράστια κοινωνικά, οικονομικά, εργασιακά, οικογενειακά, διαπροσωπικά προβλήματα και έτσι καθίσταται επιτακτική η ανάγκη να υπάρξει μια καλύτερη και ουσιαστικότερη πρόληψή τους.
Ο εγκέφαλος έχει μεγάλη ανάγκη από οξυγόνο και γλυκόζη και παρόλο που αποτελεί περίπου το 2% του βάρους του σώματος, καταναλώνει το 16-18% του συνολικού οξυγόνου και της συνολικής γλυκόζης, ένδειξη αυξημένης ενεργειακής ζήτησης. Το οξυγόνο και η γλυκόζη παρέχονται στον εγκέφαλο διαμέσου του αρτηριακού αίματος και η παροχή αυτή εξαρτάται από την πίεση του αίματος και την περιεκτικότητά του σε αιμοσφαιρίνη. Υπάρχει βέβαια και ο μηχανισμός αυτορρύθμισης της εγκεφαλικής κυκλοφορίας, διότι διαφορετικά η παραμικρή μεταβολή στην πίεση ή στην περιεκτικότητα αιμοσφαιρίνης θα είχε σημαντικές επιπτώσεις στην εγκεφαλική λειτουργία.
Το αίμα που καταφθάνει στον εγκέφαλο προέρχεται από δύο αρτηριακά συστήματα: το καρωτιδικό και το σπονδυλοβασικό τα οποία εισερχόμενα στον εγκέφαλο διακλαδίζονται, συνενώνονται και παρέχουν αίμα σε όλο τον εγκέφαλο. Συνεπώς σημαντική είναι η καλή κατάσταση όλων αυτών των αγγείων και η κανονική αιματική εγκεφαλική άρδευση.
Η κυριότερη αιτία μειωμένης αιμάτωσης του εγκεφάλου είναι η αθηρωμάτωση ή αρτηριοσκλήρωση των αγγείων του η οποία δημιουργείται εξ αιτίας μιας αρρύθμιστης υπέρτασης που προκαλεί αγγειακούς μικροτραυματισμούς. Αυτό έχει ως συνέπεια την τοπική συγκέντρωση αιμοπεταλίων, τον πολλαπλασιασμό μυϊκών ινών, υπέρμετρη παραγωγή συνδετικού ιστού, επικάθιση εστέρων χοληστερίνης και δημιουργία αθηρωματικών πλακών από τις οποίες μπορούν να αποσπασθούν μικρά έμβολα ή να προκληθούν στενώσεις. Επίσης η υπέρταση καταστρέφει τα μικρά αγγεία (αρτηρήδια) που μπορούν να υποστούν ρήξη, θρόμβωση ή έμφρακτα.
Η υπέρταση (τα υπερτασικά άτομα έχουν 5-6 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να υποστούν εγκεφαλικό επεισόδιο συνήθως αιμορραγικού τύπου, σε σχέση με άτομα με φυσιολογική πίεση) σε συνδυασμό με ζαχαρώδη διαβήτη, καρδιαγγειακά νοσήματα (στεφανιαία νόσος, κολπική μαρμαρυγή, αρρυθμίες, ατελής καρδιακός αποκλεισμός), υπερλιπιδαιμίες (ιδιαίτερα η υπερχοληστεριναιμία) επιτείνουν τον κίνδυνο μειωμένης αιμάτωσης του εγκεφάλου άρα αυξάνουν την πιθανότητα για εκδήλωση εγκεφαλικού επεισοδίου (θρομβωτικού, εμβολικού, αιμορραγικού). Επίσης το κάπνισμα (οι καπνιστές έχουν διπλάσια πιθανότητα) καθώς και η χρήση αντισυλληπτικών που όταν συνδυάζεται με κάπνισμα και υψηλή χοληστερίνη, αυξάνει κατά πολύ την πιθανότητα επεισοδίου. Σε ορισμένες περιπτώσεις προδιαθεσικό ρόλο παίζουν γενετικοί παράγοντες. 
Σημαντικό παράγοντα κινδύνου αποτελεί η κατάσταση των καρωτίδων και του σπονδυλοβασικού συστήματος γιατί τα περισσότερα εμβολικά ισχαιμικά επεισόδια προέρχονται από ελκώσεις αθηρωματικών πλακών που ανευρίσκονται σε αυτά τα αγγεία. Για αυτό και συνιστάται έλεγχος με triplex αγγείων τραχήλου ιδιαίτερα όταν συνυπάρχουν και άλλοι παράγοντες κινδύνου (πχ υπερχοληστεριναιμία, στεφανιαία νόσος, αρρυθμία, υπέρταση κ.α.)

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΑΕΕ
Ανάλογα με την παθογένειά τους διακρίνονται σε θρομβωτικά, εμβολικά, αιμορραγικά και ανάλογα με την πορεία τους σε παροδικά, σε εν εξελίξει, σε εγκατεστημένα. 
Τα περισσότερα ισχαιμικά επεισόδια είναι παροδικά και προέρχονται συνήθως από το καρωτιδικό ή το σπονδυλοβασικό σύστημα. Παρουσιάζουν νευρολογικά συμπτώματα και διαρκούν από λίγα λεπτά έως 24 ώρες. Έχουν δε ιδιαίτερη σημασία γιατί αποτελούν προειδοποίηση για ενδεχόμενη έλευση πιο σοβαρού ΑΕΕ (πιθανότητα 20% μέσα σε ένα μήνα, 50% μετά από ένα χρόνο), σε περίπτωση που δεν δοθεί προληπτική φαρμακευτική αγωγή ή δεν αντιμετωπισθεί η πρωτογενής αιτία (πχ αθηρωμάτωση των καρωτίδων ή των σπονδυλικών αρτηριών, καρδιολογική αιτία κλπ).

ΔΙΑΓΝΩΣΗ
Η διάγνωση γίνεται βάση της κλινικής εικόνας και των υποκειμενικών συμπτωμάτων. Επίσης βοηθούν πολύ και οι απεικονιστικές μέθοδοι, ιδιαίτερα η αξονική, η μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου και σε ορισμένες περιπτώσεις η αγγειογραφία (ψηφιακή ή μαγνητική) καθώς και η ποζιτρονιακή τομογραφία (PET) και η τομογραφία μονήρους φωτονίου (SPECT), δύο επαναστατικές μέθοδοι που επιτρέπουν να είναι γνωστός εκ των προτέρων ο βαθμός καταστροφής της ισχαιμικής περιοχής.
Σε μερικές περιπτώσεις τα συμπτώματα των ΑΕΕ είναι ίδια με αυτά των ενδοκράνιων όγκων, εγκεφαλικών αποστημάτων, ανευρυσμάτων ή αγγειακής δυσπλασίας, σκλήρυνση κατά πλάκας, συγκοπτικών κρίσεων ή υπερ/ υπογλυκαιμίας οπότε τίθεται το πρόβλημα της διαφορικής διάγνωσης. Υπάρχουν επίσης και ισχαιμικά μη θρομβο – εμβολικής ή αιμορραγικής αιτιολογίας όπως κολλαγονικές νόσους των εγκεφαλικών αγγείων , σε παθήσεις του τοιχώματος των αγγείων, σε παθήσεις του αίματος κλπ.

ΠΡΟΛΗΨΗ – ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Η πρωτογενής πρόληψη, δηλαδή για τα άτομα που δεν έχουν υποστεί ΑΕΕ, είναι η σωστή και συστηματική ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, η ρύθμιση του ζαχάρου, η μειωμένη λήψη νατρίου (αλάτι), καρδιολογικός έλεγχος, μέτρηση των επιπέδων χοληστερίνης, διακοπή του καπνίσματος, αποφυγή λήψης αντισυλληπτικών ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που συνυπάρχει υπερχοληστεριναιμία και κάπνισμα, καθώς και η μείωση του σωματικού βάρους, αποφυγή καθιστικής ζωής, στρες και άγχους, ενώ συνιστάται ήπια άσκηση. Σημαντικός είναι ο έλεγχος της κατάστασης των καρωτίδων και των σπονδυλοβασικών αρτηριών.
Σε περιπτώσεις που τα άτομα έχουν υποστεί παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο ή έχουν ασυμπτωματική στένωση καρωτίδος θα πρέπει να λαμβάνουν αντι-αιμοπεταλιακή αγωγή. Σε άτομα με κολπική μαρμαρυγή, στένωση μιτροειδούς, έμφραγμα μυοκαρδίου,  ρευματική καρδιακή νόσο, προσθετικές επεμβάσεις στις βαλβίδες της καρδιάς πρέπει να δίνεται αντιπηκτική αγωγή η οποία έχει μεν σχετικά μεγάλο κίνδυνο αιμορραγίας αλλά η χρήση της με φειδώ είναι αναγκαία.
Η δευτερογενής πρόληψη  προς αποφυγή νέου εγκεφαλικού σε άτομα που ήδη έχουν υποστεί, επιτυγχάνεται με τη χρήση αντιαιμοπεταλιακών φαρμάκων αλλά ο κίνδυνος επανάληψης εμβολικού επεισοδίου αντιμετωπίζεται με αντιπηκτικά.
Καμία μέχρι τώρα θεραπεία, μετά από οξύ ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο δεν έχει επιφέρει θεαματικά αποτελέσματα.
Η θεραπεία αφορά τα γενικά μέτρα (ισορροπία ύδατος και ηλεκτρολυτών, διατήρηση σταθερής αρτηριακής πίεσης, παρακολούθηση καρδιακής και αναπνευστικής λειτουργίας, παρακολούθηση θερμοκρασίας σώματος, χορήγηση αποιδηματικών (όχι πάντοτε).
Τα ειδικά μέτρα είναι η θρομβόληση, ιδιαίτερα στα νέα άτομα αν γίνει σε εξειδικευμένα κέντρα τις πρώτες 2-3 ώρες εμπεριέχει όμως κίνδυνο αιμορραγίας και προς το παρόν έχει περιορισμένη εφαρμογή όπως και η χειρουργική αντιμετώπιση. Άλλες θεραπείες, σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν σχέση με τη χρήση αντιπηκτικών ή αντιαιμοπεταλιακών.