Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

ΑΥΧΕΝΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ: Αυθαίρετος όρος ή αληθές κλινικό σύνδρομο;

Ο όρος αυχενικό σύνδρομο έχει αμφισβητηθεί έντονα για την ορθότητά του. Εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ωστόσο, και από αρκετούς ιατρούς, μιας και είναι ευρύτατα διαδεδομένος. Αξίζει να αναφερθεί ότι στη διεθνή βιβλιογραφία ο όρος (cervical syndrome) δεν χρησιμοποιείται. Δεν πρόκειται λοιπόν για μια πάθηση, αλλά για την προσπάθεια περιγραφής μιας ομάδας συμπτωμάτων γύρω από τον αυχένα, τις ωμοπλάτες και τα άνω άκρα, που έχουν σαν αίτιο παθολογία στους αυχενικούς μύες ή/και την αυχενική σπονδυλική στήλη. Τα κυριότερα κλινικά σύνδρομα που περικλείει ο όρος, είναι η απλή αυχεναλγία, η αυχενική ριζοπάθεια και η αυχενική μυελοπάθεια.

ΑΥΧΕΝΑΛΓΙΑ
Αναφέρεται και ως αξονικός πόνος, δηλαδή πόνος στην περιοχή του αυχένα, που δεν επεκτείνεται στο άνω άκρο, μπορεί όμως να αντανακλά στη βάση του κρανίου και τις ωμοπλάτες. Απασχολεί συχνότερα τις γυναίκες από τους άνδρες, ενώ υπολογίζεται ότι περίπου το 50% του πληθυσμού θα εμφανίζει τουλάχιστον ένα επεισόδιο αυχεναλγίας σε κάποια στιγμή της ζωής του. 
Τα αίτια της αυχεναλγίας είναι πολλά και αρκετές φορές η ακριβής διάγνωση κρύβει δυσκολίες και παγίδες για τον γιατρό. Τα συχνότερα είναι η παθολογία του μεσοσπονδύλιου δίσκου (π.χ. δισκοκήλη), η αυχενική σπονδύλωση, το σύνδρομο οπισθίων αρθρώσεων, τραυματισμοί, καταστάσεις που συνοδεύονται με αστάθεια αυχενικής σπονδυλικής στήλης (σπονδυλολίσθηση, ρευματοειδής αρθρίτιδα). Στις πιο σοβαρές και ευτυχώς πιο σπάνιες αιτίες αναφέρονται οι τοπικές λοιμώξεις, οι νεοπλασίες, κάποιες συγγενείς ανωμαλίες κλπ. 
Η αντιμετώπιση του καλοήθους αξονικού πόνου στον αυχένα, είναι κυρίως συντηρητική. Τα αναλγητικά, η προσωρινή χρήση του μαλακού κολάρου και η φυσικοθεραπεία, σε συνδυασμό με τροποποίηση και αποφυγή δραστηριοτήτων που επιδεινώνουν τα συμπτώματα είναι συνήθως αρκετά για να λύσουν το πρόβλημα. Η σύγχρονη προσέγγιση, ενθαρρύνει την πρώιμη κινητοποίηση και την βραχυχρόνια χρήση του κολάρου, καθώς έτσι επιτυγχάνονται καλύτερα μακροχρόνια αποτελέσματα.
ΑΥΧΕΝΙΚΗ ΡΙΖΟΠΑΘΕΙΑ
Εδώ τα συμπτώματα αφορούν κυρίως τα άνω άκρα τα οποία μπορεί να εμφανίζουν πόνο και αιμωδίες, ή ακόμα και μυϊκή αδυναμία. Αυτά τα συμπτώματα μπορεί να εμφανίζονται στο ένα ή και στα δύο χέρια και έχουν συγκεκριμένη κατανομή, ανάλογα με το ποια νευρική ρίζα πάσχει.  
Αξίζει να σημειωθεί ότι μπορεί να απουσιάζει εντελώς ο πόνος στον αυχένα. 
Το συνηθέστερο αίτιο της ριζοπάθειας είναι η πίεση και ο ερεθισμός της νευρικής ρίζας, στο σημείο της εξόδου της από το σπονδυλικό σωλήνα (στένωση του μεσοσπονδυλίου τρήματος). Τα συμπτώματα επιδεινώνονται με την έκταση και την πλάγια κάμψη της κεφαλής, και ανακουφίζονται με την πρόσθια κάμψη. Παρόμοια συμπτώματα μπορεί να προκαλέσουν και κάποιες άλλες καταστάσεις, τις οποίες θα πρέπει να μπορεί να ξεχωρίσει ο ειδικός ιατρός, όπως π.χ. διάφορες νευρίτιδες, παθήσεις της άρθρωσης του ώμου και του στροφικού πετάλου και σύνδρομα παγίδευσης των περιφερικών νεύρων (π.χ. σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα, ωλένια νευρίτιδα κλπ). 
Το 70-80% των ασθενών  που θα ακολουθήσουν την σωστή συντηρητική θεραπεία, θα εμφανίσουν βελτίωση ή και πλήρη υποχώρηση των συμπτωμάτων. Η χειρουργική θεραπεία έχει ένδειξη όταν η νευρολογική συμπτωματολογία επιδεινώνεται, ή όταν αυτή προκαλεί σοβαρή ανικανότητα. 
ΑΥΧΕΝΙΚΗ ΜΥΕΛΟΠΑΘΕΙΑ
Πρόκειται για την πιο σοβαρή από τις παθήσεις του «αυχενικού συνδρόμου», η οποία οφείλεται σε πίεση που ασκείται στον νωτιαίο μυελό, λόγω στένωσης. Η στένωση αυτή μπορεί να προκαλείται από εκφύλιση, από μια μεγάλη δισκοκήλη, από αστάθεια, από σπονδυλολίσθηση, από τραύμα κλπ. 
Η διάγνωση της νόσου δεν είναι πάντα εύκολη καθώς τα συμπτώματά της μπορεί να παραπέμπουν σε άλλη πάθηση. Πολύ συχνά, το μοναδικό σύμπτωμα της νόσου είναι η δυσχέρεια και η αστάθεια στη βάδιση. Οι πιο τυπικές εκδηλώσεις της είναι η δυσκολία εκτέλεσης λεπτών κινήσεων με τα χέρια (κούμπωμα κουμπιών, χρήση πιρουνιού, αλλοίωση γραφικού χαρακτήρα), η εύκολη κόπωση των χεριών. 
Η νόσος μπορεί να εμφανίζει περιόδους ύφεσης και έξαρσης των συμπτωμάτων. Στις πιο σοβαρές καταστάσεις οι βλάβες μπορεί να οδηγήσουν σε ανικανότητα βάδισης ή ακόμα και παράλυση. 
Η αντιμετώπισή της στα πρώτα στάδια και όταν δεν έχει εκδηλωθεί πολύ έντονη συμπτωματολογία, μπορεί να είναι συντηρητική. Θα πρέπει όμως να υπάρχει συχνή παρακολούθηση και επανεκτίμηση της κατάστασης από τον ειδικό και, αν χρειαστεί, αλλαγή της θεραπευτικής προσέγγισης αν δεν επιτυγχάνονται τα επιθυμητά αποτελέσματα και πριν εγκατασταθούν μη αναστρέψιμες βλάβες.

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ M.D,Ορθοπαιδικός 
Χειρουργός Email:[email protected]