Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

«Το κύριο συστατικό για την καριέρα είναι η αγάπη γι’αυτό που κάνεις»

Ο Γεώργιος Ντινάκος γεννήθηκε στην Αθήνα. Ξεκίνησε μαθήματα κλασικής κιθάρας με δάσκαλο τον Σταύρο Ντουλαβέρη και μαζί του ολοκλήρωσε τις σπουδές του.
Τη χρονιά 2004 – 2005 συμπράτει στην ορχήστρα του Βαγγέλη Μπουντούνη δίνοντας συναλίες στο Ηρώδειο, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών κ.α. Τη χρονιά 2006 και 2007 διακρίνεται σε διαγωνισμούς κιθάρας στον Φεστιβάλ Αγίου Στεφάνου και στον πανελλήνιο διαγωνισμό της Πάτρας κερδίζοντας 3ο βραβείο και τιμητική διάκριση ερμηνείας αντίστοιχα. Παράλληλα ολοκληρώνει τις σπουδές του στα ανώτερα θεωρητικά (Αρμονία – Αντίστοιξη) με καθηγητή τον Λουδοβίκο Σπίγγο.
Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια κιθάρας με καταξιωμένους καλλιτέχνες και δασκάλους του χώρου όπως τους Ricardo Gallen, Al di Μeola. Επίσης, έχει συμπράξει σε συναυλίες και ηχογραφήσεις ως σολίστ κιθάρας με διάφορους καταξιωμένους μουσικούς, Ελένη Βιτάλη, Αρετή Κετιμέ, Janet Kapuya κ.α.
Το 2012 εμφανίζεται με το ορχηστρικό ντουέτο (Μιχαηλάγγελος Τουμανίδης – Γιώργος Ντινάκος) δίνοντας συναυλίες αφιερωμένες στο θρυλικο guitar trio (Paco de Lucia, Al di Meola, John Mclaughlin). To 2013 εμφανίζεται ως σολίστ με σειρά συναυλιών και ρεσιτάλ.

«ΠΑΛΜΟΣ»: Γιώργο Ντινάκο, έχεις σπουδάσει κλασική κιθάρα, αυτό απαιτεί μελέτη, αφοσοίωση, εργατικότητα. Απέδωσε αυτή η προσπάθεια σου, πέτυχες τον στόχο σου;
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΝΤΙΝΑΚΟΣ: Σαφώς απέδωσε.Θεωρώ πως οι κλασικές σπουδές για έναν μουσικό είναι πολύ σημαντικές. Παρόλου που χρειάζονται χρόνο, αφοσίωση και εργατικότητα, αποτελούν θεμέλιο λίθο στη διαμόρφωση βάσεων, αντίληψης και αισθητικής.
«Π»: Η βράβευσή σου τι σου έδωσε στην τέχνη που υπηρετείς;
Γ.ΝΤ.: Η διάκριση και η βράβευση, ταπεινά φρονώ, είναι κατακτήσεις οι οποίες μας δίνουν κίνητρα για να προχωρούμε και να συνεχίσουμε να εξελισσόμαστε – αρκεί να συνοδεύονται πάντα από ταπεινότητα και σκληρή δουλειά.
«Π»: Τι σε ώθησε στη μουσική;
Γ.ΝΤ.: Όλα ξεκίνησαν όταν ήμουν περίπου 14 ετών. Σαν έφηβος, κολλημένος με την metal μουσική, αποφάσισα να γραφτώ ηλεκτρική κιθάρα. Τότε στο ωδείο που πήγα μου πρότειναν να κάνω ένα μάθημα κλασικής και αν δε μου αρέσει, να συνεχίσω ως είχα προαποφασίσει ηλεκτρική. Με κέρδισε τόσο πολύ όμως η κλασική κιθάρα που στον πρώτο χρόνο κιόλας είχα αποφασίσει πως αυτό θέλω να υπηρετήσω στη ζωή μου.
«Π»: Ποιοί κιθαρίστες σε έχουν επηρεάσει;
Γ.ΝΤ.: Ως μαθήτης κλασικής κιθάρας επηρεάστηκα από πολλούς μεγάλους δασκάλους της κλασικής όπως οι Andres Segovia, Julian Bream κ.α. Αργότερα, όταν ως επαγγελματίας μελέτησα την jazz – latin και την flamenco μουσική, επηρεάστηκα πολύ απο πολλούς κιθαριστες -θρύλους του είδους. Εκείνοι που πιστεύω πως έχουν χαρακτηρίσει το παίξιμό μου περισσότερο από όλους, με όση σιγουριά μπορώ να το πω μεχρι σήμερα, είναι οι Paco de Lucia, Al di Μeola και Vicente Amigo.
«Π»: Πόσο μεγάλη σημασία έχει ο χαρακτήρας του καλλιτέχνη – δημιουργού στη μουσική;
Γ.ΝΤ.: Πάρα πολύ μεγάλη πιστεύω. Σκοπός όλων μας είναι να παιζουμε μουσική. Να εξωτερικέυουμε τα συναισθήματά μας και να γίνεται το σώμα μας αγώγιμο σε όσα κρύβει η καρδιά και το μυαλό μας. Αν δεν είμαστε ενωμένοι, τίποτα δε θα πάει μπροστά όμως. Πώς θα το πετύχουμε αυτό εάν δεν είμαστε φιλικοί, προσιτοί και εξυπηρετικοί με τους γύρω μας και κυρίως τους συναδέλφους; Σημασία έχει προτίστως να είμαστε άνθρωποι.
«Π»: Κινείσαι σε ένα δύσκολο χώρο και στην εποχή της οικονομικής κρίσης. Πώς το βιώνεις;
Γ.ΝΤ.: Το βιώνω όπως κάθε Έλληνας, ανεξαρτήτως επαγγέλματος. Με πολύ μεγάλες δυσκολίες αλλά και υπομονή. Αν είμαστε ενωμένοι, θα γυρίσει ο τροχός.
«Π»: Είσαι νέος άνθρωπος. Τί πιστεύεις χρειάζεται να έχεις στις αποσκευές σου για να κάνεις καριέρα;
Γ.ΝΤ.: Το κύριο συστατικό για την καριέρα είναι κυρίως αγάπη για αυτό που κάνεις. Σαφώς ανάλογα με τις δυσκολίες της ζωής, παίζει κάποιο ρόλο και η τύχη. Αλλά πιστεύω πως με αγάπη, μετριοφροσύνη και σκληρή δουλειά, όλα θα πάνε κατ’ευχήν.
«Π»: Ποια είναι τα είδη μουσικής που κεντρίζουν το ενδιαφέρον σου;
Γ.ΝΤ.: Μουσική είναι μία. Δεν νομίζω ότι πρέπει πάντα να την διαχωρίζουμε σε είδη. Απλά να την προσεγγίζουμε όπως καθένας από εμάς νιώθει. Αν έμπαινα παρόλα αυτά στη διαδικασία αυτή, θα έλεγα πως με κεντρίζουν περισσότερο η jazz και φυσικά το flamenco. Δεν μπορώ όμως σίγουρα να παραλείψω και το μεγάλο παρελθόν της ελληνικής μουσικής, που τόσα άξια λόγου έχει δώσει μέχρι σήμερα.
«Π»: Πώς βλέπεις την άνοδο του Φλαμένκο στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια;
Γ.ΝΤ.: Θεωρώ πως η άνοδος του φλαμένκο τα τελευταία χρόνια είναι άξια λόγου. Είναι πολύ ευχάριστο να βλέπεις καθημερίνα ολοένα και περισσότερους να ασχολούνται με αυτό. Υπάρχουν πολύ αξιόλογοι μουσικοί, χορευτές και σχολές που κάνουν σοβαρή δουλειά στο χώρο και γιατί όχι και πολλοί όμορφοι χώροι να παρουσιάσει κανείς κάτι τέτοιο.
«Π»: Πόσο χρόνο χρειάστηκες ως κιθαρίστας Φλαμένκο για να καταλάβεις, να εμβαθύνεις;
Γ.ΝΤ.: Δεν πιστεύω πως μπορεί κανείς να προσδιορίσει τη δουλειά που απαιτείται για να νιώσει έτοιμος να παρουσιάστει οπουδήποτε. Χρειάζονται αμέτρητες ώρες μελέτης και σε μεγάλο βάθος χρόνου. Μόνο έτσι θα αρχίσεις να νιώθεις σιγουριά για τον εαυτό σου και θα καταφέρεις να αγγίξεις, σε κάποιο βαθμό, όποιος κι αν είναι αυτός, την ετοιμότητα. Αλλά το να εμβαθύνεις είναι κάτι ακόμα το απαιτητικότερο. Ίσως γιατί δεν χρειάζεται μόνο προσωπική δουλειά και κόπο αλλά και πολλά ταξίδια· να έρθεις σε άμεση επαφή με την κουλτούρα που μελετάς, να μαθητεύσεις μέσα από την καθημερινότητά της. Κάτι που δεν γίνεται σίγουρα σε μικρό χρονικό διάστημα. Πολύ πιθανόν να χρειάζεται δεκαετίες για να προσεγγίσεις το φλαμένκο.
«Π»: Είσαι ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα και τις συνεργασίες σου; Έχεις παρακολουθήσει σε ταμπλάο στην Ισπανία ανάλογες παραστάσεις;
Γ.ΝΤ.: Παρόλου που έχω παρακολουθήσει κάποιες παραστάσεις φλαμένκο, σίγουρα δεν μπορώ να πω πως είναι υπεράριθμες. Από τις συνεργασίες και τα αποτελεσματά των συνεργασιών μου, μπορώ να πω πως είμαι απόλυτα ικανοποιημένος. Έχω συνεργαστεί με αξιόλογους καλλιτέχνες της ελληνικής φλαμένκο σκηνής, όπως ο Γιάννης Παπαγιαννούλης, η Yota Baron, η Δήμητρα Καραγιάννη, και μπορώ να πώ πως όχι μόνο συνεργάστηκα αλλά και μαθήτευσα κοντά τους.
«Π»: Φλαμένκο, η κουλτούρα ενός πολύπαθου λαού της Ισπανίας, με αραβικές επιρροές. Περνά στο παιξιμό σου η πνευματικότητά του;
Γ.ΝΤ.: Σίγουρα περνάει στο παίξιμο η κουλτούρα ενος λαού του οποίου τη μουσική μελετάς. Ας μην ξεχνάμε βέβαια πως έχουμε πολλά κοινά με τους Ισπανούς, σαν μεσόγειακοι κι εμείς.
«Π»: Τι είναι αυτό που δυναμώνει στις συνεργασίες την προσπάθεια ενός καλού αποτελέσματος;
Γ.ΝΤ.: Σίγουρα για να πετύχουμε ένα καλό αποτέλεσμα σε μια συνεργασία θα πρέπει να τα έχουμε πρώτα καλά μεταξύ μας σε διαπροσωπικό επίπεδο. Από εκεί και έπειτα η μελέτη, η προσπάθεια και η κοινή αγάπη για αυτο που κάνουμε θα φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα.
«Π»: Το μουσικό σχήμα πρέπει να είναι ισότιμο για να μαγέψει το κοινό;
Γ.ΝΤ.: Μόνο έτσι το κοινό θα μείνει ευχαριστημένο. Είναι σχεδον άσκοπο να δίνεις στο θεατή την εικόνα μίας μονάδας και διαφόρων μπαλαντέρ που τον συνοδεύουν. Κανείς δεν θα το ευχαριστηθεί έτσι. Αλλά ακόμη και να αρέσει σε κάποιον υπό αυτές τις συνθήκες, σε καμία περίπτωση δεν είναι αξιοκρατικό. Μόνο με τη συνολικότητα και το δέσιμο μιας ομάδας, το αποτέλεσμα θα είναι καλό και το κοινό θα ευχαριστηθεί το θέαμα. Από εκεί και πέρα αναδεικνύεται καλύτερα η διαφορετικότητα και η μοναδικότητα του καθενός.
«Π»: Τι θέλει να κάνεις πολύ αλλά το θεωρείς πολύ δύσκολο;
Γ.ΝΤ.: Αυτό που θα ήθελα πολύ θα ήταν να καταφέρω να ζήσω στη Σεβίλλη! Να μαθητεύσω την κουλτούρα στην καθημερινότητά της. Να πιώ νερό απο την πηγή, όπως θα λέγαμε αλλώς.
«Π»: Ποιά τα μελλοντικά σου σχέδια;
Γ.ΝΤ.: Υπάρχουν κάποιες εμφανίσεις οι οποίες θα προγραμματιστούν σύντομα. Μέχρι να υπάρχει κάτι ανακοινώσιμο, παρακολουθούμε τα δρώμενα και μένουμε προσσηλωμένοι στη συνεχή προσπάθεια, τη μελέτη και φυσικά την αναζήτηση.