Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

Το τυπωμένο χαρτί είναι ο χάρτης της ανθρώπινης ύπαρξης

Ο Διονύσης Μαρίνος γεννήθηκε το 1971 στην Αθήνα, πόλη στην οποία αντέχει και διαμένει ακόμα.
Είναι δημοσιογράφος και καμιά φορά γράφει μόνος του βιβλία.
Μέχρι τώρα έχει εκδόσει δύο μυθιστορήματα: Τα «Χαμένα Κορμιά» από τις εκδόσεις Τετράγωνο και την «Τελευταία Πόλη» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Τους επόμενους μήνες αναμένεται να κυκλοφορήσει την πρώτη ποιητική συλλογή του υπό τον τίτλο «Anamneza» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.

«ΠΑΛΜΟΣ»: Κύριε Διονύση Μαρίνο, σας γνωρίσαμε απο τα δυό σας μυθιστορήματα, «Τα Χαμένα Κορμιά» και την «Τελευταία Πόλη». Ποιά είναι τα υλικά της συγγραφής σας;
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ: Χρησιμοποιώ τα ίδια υλικά που έπιασαν με τα χέρια τους αρχιεργάτες, αλλά και απλοί βοηθοί. Οι λέξεις περνούν από άνθρωπο σε άνθρωπο εν είδει σκυταλοδρομίας. Κάποιοι τις κρατούν γερά στα δάχτυλά τους, κάποιοι τις χαϊδεύουν ή τους φέρονται με βαναυσότητα και άλλοι τις αφήνουν στην άκρη του δρόμου σαν γόπα τσιγάρου. Αυτό που μετράει, λοιπόν, είναι η διαχείριση των υλικών και η τεχνική. Σίγουρα όχι η πρόθεση.
«Π»: Η οικονομική κρίση κλείνει τους ναούς της γνώσης. Ποιά είναι η γνώμη σας για το κλείσιμο του ιστορικού βιβλιοπωλείου «Εστία»;
Δ.Μ.: Και μόνο η σημειολογία του πράγματος βαραίνει. Η Σόλωνος δεν θα είναι ποτέ πια ίδια. Μια τρύπα υπάρχει πλέον στο σημείο που βρισκόταν η Εστία. Δεν έκλεισε ένα βιβλιοπωλείο, έκλεισαν οι μνήμες μας και η ζωντάνια των βιβλίων στις προθήκες και ένα σημαντικό κομμάτι πολιτισμού. Δεν θέλω καν να σκέφτομαι τι είδους μαγαζί θα ανοίξει στη θέση της Εστίας, με πληγώνει.
«Π»: Το δύσκολο οικονομικό περιβάλλον αποτελεί εμπόδιο στη συγγραφή ενός βιβλίου;
Δ.Μ.: Στην Ελλάδα η συγγραφή ενός βιβλίου ήταν πάντα μια δύσκολη υπόθεση. Και προ κρίσης οι συνθήκες ήταν ιδιαιτέρως επιβαρυντικές για τους συγγραφείς. Όχι για όλους, αλλά για τους περισσότερους. Απλώς τώρα οι καταστάσεις γίνονται άκρως δυναστευτικές. Η αγορά του βιβλίου συρρικνώνεται. Το ίδιο και ο αριθμός των αναγνωστών. Αρκετοί εκδοτικοί οίκοι γλύφουν τις πληγές τους. Ακόμα και έτσι, όμως, οφείλουμε να το παλέψουμε. Δεν έχουμε άλλο όπλο από την ελπίδα.  
«Π»: Πώς εισπράττετε την κοινωνική αδικία, πώς την διατυπώνετε στην γραφή σας;
Δ.Μ.: Τα «Χαμένα Κορμιά» ήταν ένα μυθιστόρημα «αστικής εγκατάλειψης». Η «Τελευταία Πόλη» ήταν η βίωση του απόλυτου κενού. Και τα δύο βιβλία μιλούν γι’ αυτό που ονομάζουμε κοινωνική αδικία, αν και διαφέρουν ως προς τον τρόπο, τον χρόνο και τη διευθέτηση της ιστορίας. Δεν είμαι αυτό που λέμε «συγγραφέας ερωτικών ιστοριών». Η σκόπευσή μου είναι ο βαθύς πυρήνας της κοινωνίας των ανθρώπων. Μέσα εκεί ψάχνω τις ιστορίες μου. Άρα, η έννοια της αδικίας έχει σημασιολογική αξία μέσα μου.  
«Π»: Υπάρχει αλληλοϋποστήριξη στους έλληνες;
Δ.Μ.: Είναι ένα αίτημα, αλλά δεν είμαι σίγουρος αν μας έχει μείνει διάθεση αλληλεγγύης. Υπάρχει μια έντονα ανθρωποφαγική στάση σε μεγάλα κομμάτια του κοινωνικού ιστού. Ένας κρυμμένος – όχι πάντα – θυμός που οδηγεί σε τυφλό μίσος. Σε συνθήκες ακραίων αντιπαραθέσεων, δύσκολα βρίσκεις φωτεινά παραδείγματα αλληλοϋποστήριξης. Υπάρχουν, αλλά μάλλον θα περιπτωσιολογήσουμε αν αναφερθούμε σε αυτά εκτενώς.
«Π»: Η καθαρότητα του βλέμματος, το ήθος, βγαίνει στη γραφή του συγγραφέα;
Δ.Μ.: Η καθαρότητα της ματιάς του συγγραφέα είναι ευδιάκριτη σαν χνάρι. Κάθε γραφιάς έχει τη φωνή του. Η θέαση του κόσμου είναι σημαντική γιατί πάνω σε αυτήν θα δομήσεις ένα έργο. Δεν γίνεται αλλιώς. Είσαι ό,τι βλέπεις, γράφεις ό,τι είσαι. Αυτό δεν σημαίνει ότι περιορίζεσαι στο στενό πλαίσιο των εμπειριών σου. Το γράψιμο είναι μικρές δοκιμές να βγεις έξω από εσένα τον ίδιο. Να λειτουργήσεις παρενθετικά στον εαυτό σου. Το ήθος είναι μια έννοια αρκετά παρεξηγημένη και μάλλον δεν είναι το ζητούμενο σε ένα βιβλίο. Ένας καλός, ηθικός άνθρωπος δεν θα γίνει απαραίτητα και καλός συγγραφέας. Όπως επίσης υπήρξαν κάμποσοι κακότροποι γραφιάδες που τα κατάφεραν μια χαρά με τις λέξεις.
«Π»: Διακρίνετε σπάνια ταλέντα στον χώρο της συγγραφής;
Δ.Μ.: Η σπανιότης είναι σπάνια – άλλωστε τί μπορεί να σημαίνει; Να βρούμε έναν νέο Ντοστογιέφσκι; Ποιός ο λόγος. Η λογοτεχνία είναι κόμποι. Ο ένας δίπλα στον άλλο. Κάποιοι είναι χαλαροί και άλλοι τόσο γερά δεμένοι που δεν μπορείς παρά να σταθείς σε αυτούς και να τους θαυμάσεις. Ταλέντα υπάρχουν και πάντα θα υπάρχουν. Όσο θα υπάρχει δηλαδή η ανάγκη του ανθρώπου θα θεάται τον εαυτό του και τον κόσμο που τον περιβάλλει.
«Π»: Οι εικόνες, οι καταστάσεις είναι πηγή έμπνευσης;
Δ.Μ.: Η έμπνευση είναι ένα σκυλάκι. Αν δεν το βγάλεις έξω να κάνει τη βόλτα του, θα καταλήξει μαραζωμένο μπρος στην ανοιχτή τηλεόραση του σαλονιού. Υπάρχει μια εδραία εντύπωση στον κόσμο πως οι συγγραφείς είναι τίποτα «κεραυνοβολημένοι» που τους έρχεται ξαφνικά επιφοίτηση. Καμία σχέση. Η πλοκή δεν είναι το πρωταρχικό. Ούτε οι διάλογοι, ούτε καν οι χαρακτήρες. Αυτό που έχει σημασία είναι τι θέλεις να πεις. Αν δεν επείγεσαι να δηλώσεις κάτι, τότε καλύτερα βγες στο μπαλκόνι και τραγούδησε. Είναι πιο ευχάριστο και ανέξοδο. Η έμπνευση είναι ένα παραμύθι δίχως δράκο.
«Π»: Πλέον «όλοι γράφουν». Τα βιβλία έχουν χάσει την μοναδικότητά τους; Το μυστήριο; Την μαγεία; Χάνεται ο αναγνώστης στις σελίδες;
Δ.Μ.: Ο αναγνώστης ακολουθεί τον συγγραφέα. Ενίοτε συμβαίνει και το αντίστροφο. Και τους δύο τους ενώνει μια μαγική σχέση που συνεχίζεται πέραν του βιβλίου. Πάντα κάτι μένει κι ας μην έχουν γνωριστεί ποτέ. Το «όλοι γράφον» θα αποτελούσε έγκλημα καθοσιώσεως για τους εστέτ της γραφής. Προσωπικά δεν με πειράζει που «όλοι γράφουν». Απλώς δεν εκδίδουν όλοι και αυτό είναι καθοριστικό. Οποιοι, πάντως, αρέσκονται να γράφουν, καλό είναι να συνεχίσουν να το κάνουν. Είναι γνωστές οι θεραπευτικές ιδιότητες των λέξεων.
«Π»: Το βιβλίο, το χαρτί πνέει τα λοίσθια κατά τους ειδήμονες. Εσείς τι λέτε, θα τα καταφέρει;
Δ.Μ.: Η αλήθεια είναι σκληρή, το χαρτί εγγράφεται ως πολύτιμο κομμάτι ενός άλλου πολιτισμού που ειδικά στα νέα παιδιά μοιάζει παλαιικός. Ωστόσο υπάρχει, αντέχει και ανθίσταται. Δεν τρέφω αυταπάτες, σε λίγο καιρό ίσως να είναι μειοψηφική παρένθεση, όμως όσο υπάρχει οφείλουμε να το τιμούμε και να το προστατεύουμε ως κόρη οφθαλμού. Το τυπωμένο χαρτί είναι ο χάρτης της ανθρώπινης ύπαρξης.
«Π»: Μπορούμε ν’ αλλάξουμε ως κοινωνία;
Δ.Μ.: Πριν αρχίσουμε να έχουμε μαξιμαλιστικές επιδιώξεις περί αλλαγής της κοινωνίας, ας στοχαστούμε λίγο. Πόσο διατεθειμένοι είμαστε εμείς να αλλάξουμε; Έχουμε κάνει έστω ένα μικρό βήμα προς τα μέσα μας; Έχουμε αναλογιστεί ποιοι είμαστε και πού πηγαίνουμε; Η κοινωνία δεν είναι τίποτα άλλο από φαντασιακή προβολή μας. Υπάρχει όσο υπάρχουμε εμείς και ο αέρας που αναπνέει είναι αυτός που της στέλνουμε.
«Π»: Αυτός που συμφιλιώνεται με το παρελθόν και τις αδυναμίες του, προσπαθεί ν’ αλλάξει;
Δ.Μ.: Δεν μου είναι οικεία η διαδικασία, επομένως δεν είμαι σίγουρος. Επιπλέον μου λείπει η ψυχαναλυτική πλευρά του ζητήματος. Προφανώς αυτός που θέλει να συμφιλιωθεί με το παρελθόν του, προσπαθεί να αγοράσει χρόνο για το μέλλον. Πράγμα εντελώς ακατόρθωτο. Ό,τι υπάρχει πίσω από την πλάτη μας, πάντα θα μας ακολουθεί και ό,τι είναι μπροστά μας, προβάλλεται αθέατο.
«Π»: Στέκουμε παθητικά στα πράγματα; Πώς βλέπετε την κοινωνία ν’ αντιδρά;
Δ.Μ.: Η παθητική στάση είναι αποτέλεσμα χρόνιου μουδιάσματος. Μια ασθένεια που έπληξε καίρια την ελληνική κοινωνία. Βαυκαλιστήκαμε για καιρό με τα ελαφρά, χάνοντας τα σπουδαία. Οι βεβαιότητες που χτίσαμε ήταν πάνω σε άμμο. Τώρα που όλα καταρρέουν, ακούμε τον πάταγο της πτώσης και κλείνουμε τα αυτιά. Αυτός ο ήχος σου τρυπάει τα αυτιά, αν και θα έπρεπε να σε αφυπνίζει. Όχι, δεν περιμένω η κρίση να μας κάνει σοφότερους. Όσο ως κοινωνία δεν συζητούμε ανοιχτά – και η ελληνική κοινωνία δεν το έκανε ποτέ – όσο προβάλλουμε τα φοβικά μας ένστικτα, τόσο η περιθωριοποίηση θα γίνεται κυρίαρχη αντίδραση.
«Π»: Να σωπαίνουμε; Χρειάζεται ψυχραιμία η αντιμετώπιση σε όσα συμβαίνουν γύρω μας;
Δ.Μ.: Να σωπαίνουμε, αν σκοπεύουμε να κραυγάσουμε. Πολλές φωνές ακούγονται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Ρητορικές, οξύτονες, κακόηχες, άδειες φωνές που ποτέ δεν είπαν τίποτα. Που δεν ήθελαν να πουν, αλλά απλώς να ακουστούν. Ναι, όποιος δεν έχει να πει τίποτα ας σιωπήσει. Και όποιος έχει, τουλάχιστον ας το κάνει με τρόπο πειστικό και ειλικρινή.
«Π»: Αλλάζουμε ή μεταλλασόμαστε;
Δ.Μ.: Θα ήταν μη ανθρώπινο να αλλάζαμε συνέχεια. Δεν είμαστε φίδια να απεκδυόμαστε το δέρμα μας. Ο πυρήνας κάθε ανθρώπου είναι σταθερός. Οι σκέψεις μετεξελίσσονται, οι συνθήκες αλλάζουν δραστικά, αλλά το εσωτερικό κουκούτσι του ανθρώπου – του κάθε ανθρώπου – μένει απροσπέλαστο. Ο,τιδήποτε μας συμβαίνει είναι αποτέλεσμα στρατηγικής μετάλλαξης. Δίνεις χώρο για να κερδίσεις στο μέλλον περισσότερο. Αφήνεσαι για να μην σε αφήσουν. Δέχεσαι μια πρόσκαιρη ήττα, προσδοκώντας νίκες στο μεγάλο πόλεμο της ζωής.
«Π»: Τι δεν μπορείτε εσεις να δεχτείτε από αυτά που συμβαίνουν;
Δ.Μ.: Πολλά, πάρα πολλά. Από πού να ξεκινήσει κανείς και πού να τελειώσει; Αυτός ο κόσμος ήταν λάθος από την αρχή και έτσι θα πορευτεί μέχρι τέλους. Ας επιβιβαστούμε, λοιπόν, τραβώντας ψηφιακές φωτογραφίες των ερειπίων. Ω, τι όμορφο θέαμα!
«Π»: Ένα βιβλίο είναι καλό όταν είναι πολλών σελίδων;
Δ.Μ.: Ο αριθμός των σελίδων είναι αδιάφορος. Ξέρω, τα εύπεπτα του είδους έρχονται στους πάγκους των βιβλιοπωλείων ωσάν… τούβλα. Μα, και μέσα μας σαν τούβλα κάθονται. Περιττό βάρος και πολλές φορές επικίνδυνο. Δώσε στο πόπολο πράγμα να διαβάσει. Τι θα διαβάσει; Ας σκύψουμε ευλαβικά το γόνυ στις λέξεις που θανατώθηκαν. Μήπως είναι πολυσέλιδα τα βιβλία του Μπέρνχαρντ ή του Μπέκετ; Τα κακογραμμένα και συνάμα πολυσέλιδα βιβλία, μπορούν ανέτως να χρησιμοποιηθούν ως όπλα φονικά. Επί παραδείγματι: τα πετάς στο κεφάλι κάποιου που δεν χωνεύεις.
«Π»: Τα σεμινάρια και εργαστήρια με άξονα τα βιβλία και την ανάγνωση βοηθούν, εκπαιδεύουν τους βιβλιόφιλους;
Δ.Μ.: Βοηθούν ως ένα σημείο, αλλά δεν είναι το άπαν. Το να γράψεις δεν σημαίνει μόνο ταλέντο, αλλά και διάβασμα. Μπόλικο διάβασμα και σκάψιμο και αναζήτηση και παρατήρηση και όραση και καθημερινή δουλειά. Το ταλέντο έρχεται τελευταίο. Η μαθητεία στα σεμινάρια δημιουργικής γραφής είναι ένα καλό έναυσμα (για κάποιους), αλλά ως εκεί. Δεν κάνουν θαύματα γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει κανένα θαύμα.
«Π»: Αυτή η ανάγκη σας να γράφετε, από πού προέρχεται;
Δ.Μ.: Μάλλον από ένα χτύπημα που είχα μικρός στο κεφάλι. Σοβαρά τώρα: διαβάζω από μικρό παιδί. Διαβάζω μανιωδώς. Όταν το κάνεις αυτό για χρόνια, κάποια στιγμή θα αποπειραθείς να γράψεις κι εσύ με τη σειρά σου. Αν αυτό που γράφεις ακουμπάει στην αισθητική σου, προχωράς, αν όχι, καλύτερα να το σταματήσεις πριν είναι αργά. Σε αντίθετη περίπτωση θα γράφεις «τέρατα» που θα γελούν με σένα. Προσπαθώ να ακούσω τα… τέρατά μου.
«Π»: Γιατι να διαβάσουμε ένα δικό σας βιβλίο;
Δ.Μ.: Μα, προφανώς γιατί έχετε άγνοια κινδύνου! Το γιατί επιλέγουμε ένα βιβλίο, πολλές φορές, ξεπερνάει τη σφαίρα του συνειδητού. Αναφέρομαι στους μη μυημένους αναγνώστες γιατί οι άλλοι ξέρουν προς τα πού θα πάνε. Πολλές φορές είναι τυχαίο γιατί επιλέγουμε αυτό το βιβλίο και όχι κάποιο άλλο. Πολλές φορές αυτή η επιλογή είναι μοιραία και μας ακολουθεί για μια ζωή. Προσδοκώ αυτός που θα επιλέξει ένα βιβλίο μου, στο τέλος να το θεωρήσει σημάδι της μοίρας και όχι της τύχης.  
«Π»: Ποιά είναι τα μελλοντικά σχέδιά σας;
Δ.Μ.: Τους επόμενους μήνες βγαίνει η πρώτη ποιητική μου συλλογή υπό τον γενικό τίτλο «Anamneza» και ως εκεί. Όλα τα άλλα κείμενα ψάχνουν χώρο μέσα μου και στον υπολογιστή μου. Εν καιρώ οι λοιπές ανακοινώσεις…