Εβδομαδιαία Τοπική Εφημερίδα

«Για μένα επιτυχία είναι να είσαι καλά με τη συνείδησή σου»

Εγγονή του Χρήστου και της Νίτσας Τσαγανέα και κόρη του Γιώργου Οικονομίδη, η Μαριαλένα Οικονομίδου ξεκίνησε την ενασχόλησή της με το τραγούδι σε ηλικία μόλις 16 ετών. Η πρώτη της δισκογραφική δουλειά κυκλοφόρησε το 1974, ενώ ακολούθησαν κι άλλα άλμπουμ καθώς και συνεργασίες με γνωστούς καλλιτέχνες.
Μια γυναίκα που έχει χαράξει τη δική της ξεχωριστή πορεία στο ελληνικό τραγούδι, μια τραγουδοποιός που αγαπά ιδιαίτερα τη μουσική και την αντιμετωπίζει όχι ως επάγγελμα αλλά ως μοναδική διέξοδο από τη σκληρή καθημερινότητα.

Η Μαριαλένα σπούδασε θέατρο στη Σχολή Πέλου Κατσέλη και σκηνοθεσία στη Σχολή του Σταυράκου.
Τραγούδια της έχουν ερμηνεύσει οι Μαίρη Λίντα, Γλυκερία, Βλάσης Μπονάτσος, Λία Βίσση, Χρήστος Κυριαζής, Πασχάλης Τόνιο, Τάκης Κωνσταντακόπουλος, Λορέντζο Καρριέρε, αδελφοί Τζαβάρα, Ελένη Ρόδα, Γιάννης Φλωρινιώτης, Σπύρος Μπίμπιλας, Βασίλης Λιοδήμος, Νίτσα Τσαγανέα, Λιάνα Καρριέρε Οικονομίδου… Έχει συνεργαστεί με τον Στέφανο Κορκολή, ο οποίος ενορχήστρωσε το δίσκο της «Το φως του φεγγαριού μου», τον Ηλία Αχλαδιώτη, τον Χάρη Ανδρεάδη. Στους δίσκους της έχουν παίξει οι Ζέρβας, Σαλέας, Παπαγγελίδης, Κωνσταντίνου, Μπιθικώτσης, Καραγιάννης, Λαγός… Έχει τραγουδήσει με τους Σοφία Βόσσου, Ζιώγαλα, Δημητριάδη, Καζούλη, Ανδ. Μικρούτσικο, Θωμαΐδη, Στ. Ρόκκο.
Έχει γράψει μουσική και τραγούδια για σήριαλ («Δύο Ξένοι») και για θέατρο και επιθεώρηση. Για το ραδιόφωνο έγραψε το «Δύσκολοι καιροί για πρίγκηπες».
Τα τελευταία χρόνια δίνει συναυλίες, παρουσιάζει τραγούδια της από ροκ, τζαζ, ποπ, έντεχο, λαϊκό και ρεμπέτικο ρεπερτόριο. Γράφει και αγαπά όλα τα είδη της μουσικής, αρκεί να έχουν, όπως λέει, γνησιότητα και ταυτότητα.
Η Μαριαλένα δηλώνει πως ζωή της είναι τα παιδιά της, Γιώργος και Λιάνα, και κατόπιν έρχονται τα άλλα δύο «παιδιά» της, ο στίχος και η μουσική. Η κόρη της, Λιάνα Καρριέρε Οικονομίδου είναι κι εκείνη ηθοποιός και ερμηνεύτρια. Ο γιος της, Γιώργος Καρριέρε, συνθέτει χρόνια και έχει το δικό του μοναδικό στυλ.
Η Μαριαλένα πριν τρία χρόνια εμφανίστηκε στο «Κύτταρο», μετά από χρόνια στο «Ροντέο» μαζί με τη Λιάνα και με μια ομάδα νέων ηθοποιών και τραγουδιστών σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία. Και συνεχίζει με όπλα της το στίχο, τη μουσική, την αλήθεια, το όνειρο…
«ΠΑΛΜΟΣ»: Έχετε μια μεγάλη κληρονομιά, είστε κόρη του Γιώργου Οικονομίδη και εγγονή του Χρήστου και της Νίτσας Τσαγανέα. Πώς διαχειριστήκατε τη δημοσιότητά σας αυτή; Σας βοήθησε;
ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΟΥ: Η δημοσιότητα των δικών μου πολύ αγαπημένων ανθρώπων δεν θέλησα τότε να με βοηθήσει, να ωθήσει την καριέρα μου. Βέβαια, αυτό στενοχωρούσε τον πατέρα μου, τον οποίο λάτρευα. Μα τότε ο κόσμος ήταν διαφορετικός, υπήρχε αξιοκρατία. Δίναμε εξετάσεις στο χώρο της τέχνης. Δεν μου άρεσαν ποτέ τα «έτοιμα», κυρία Γκιώνη. Θέλησα να το παλέψω μόνη μου, με τις δικές μου δυνάμεις. Μου έβαλα δύσκολα.
«Π»: Συνθέτης, στιχουργός, ερμηνεύτρια, μια καριέρα σημαντική και λαμπρή. Είστε ευτυχισμένη; Φτάνει αυτή η επιτυχία;
Μ.Ο.: Είμαι ευτυχισμένη κάθε φορά που «γεννάω» γράφοντας τα τραγούδια μου. Ελευθερώνομαι, ζωγραφίζει η ψυχή, το μυαλό καταθέτει, ανατρέπει, εκφράζεται. Αγαπώ αυτό που κάνω κι ενώ σπούδασα θέατρο και σκηνοθεσία, το τραγούδι είναι για μένα το πιο σύντομο σενάριο που μπορεί να πει με στίχο και μελωδία, ό,τι μια ταινία. Για μένα επιτυχία είναι να είσαι καλά με τη συνείδησή σου.
«Π»: Σε ηλικία 16 ετών κάνατε τα πρώτα σας βήματα. Όταν αναλογίζεστε την εποχή εκείνη, ποιές είναι οι σκέψεις σας;
Μ.Ο.: Θυμάμαι πως είχα πει στον πατέρα μου ότι ετοιμάζω δίσκο στην «Κολούμπια» και είχε χαρεί τόσο πολύ! Το ίδιο και η μητέρα μου. Με γέμιζε το γράψιμο, όμως δεν θα έλεγα το τραγούδι. Ο Λαμπρόπουλος, όμως, ήθελε να τα ερμηνεύσω διότι είχε το σκεπτικό ότι επειδή ήμουν μόνο 16 ετών, θα μπορούσε να με «πουλήσουν» ως το παιδί – θαύμα εκείνη την εποχή. Το τραγούδι του τίτλου «Τα δεκαέξι χρόνια» αγαπήθηκε πολύ κύριως από νέα παιδιά και ο δίσκος πήγε πολύ καλά. Ο Χάρης Ανδρεάδης ήταν ο ενορχηστρωτής της δουλειάς αυτής.
Τότε η εταιρεία μου έστελνε για να ερμηνεύσουν τα τραγούδια μου άλλες εξαιρετικές φωνές, όπως η Γαλάνη, η Πρωτοψάλτη, η Γλυκερία, ο Μπονάτσος. Εκεί γνώρισα πολλούς ανθρώπους της μουσικής: τον Στράτο Διονυσίου, τον Νίκο Ξυλούρη, ο οποίος με αγαπούσε πολύ και με έλεγε «Μαριαλενάκι μου».
Ωστόσο θυμάμαι ότι ντρεπόμουνα όταν τραγουδούσα. Δεν μου άρεσε καθόλου η φωνή μου. Όμως, αυτός ο δίσκος παιζόταν καθημερινά από τα ραδιόφωνα και μέσα από αυτόν γνώρισα πνευματικούς ανθρώπους και καλλιτέχνες με τους οποίους γίναμε φίλοι ανεξάρτητα από τη διαφορά ηλικίας. Για παράδειγμα, ο Τάκης Χορν, η Νίνη Ζαχά… Με έψαξαν και με βρήκαν και γίναμε προσωπικοί φίλοι. Θυμάμαι το κάλεσμα του Χορν στο σπίτι του για να με γνωρίσει. Με υποδέχτηκε με το τραγούδι μου να παίζει στο πικ-απ. Εγώ ντράπηκα απίστευτα και ήθελα ν’ανοίξει η γη να με καταπιεί, κυρία Γκιώνη.
«Π»: Τί στερηθήκατε για να ακολουθήσετε πιστά με συνέπεια τη μουσική σας καριέρα;
Μ.Ο.: Στερήθηκα πολλά. Πέρασα δύσκολα χρόνια για να προστατεύσω την τέχνη μου. Έχανα δουλειές με καλές αμοιβές με τις οποίες όμως δεν ταίριαζα – κάτι που κάνω ακόμα και σήμερα. Στερήθηκα, λοιπόν, μια άνεση οικονομική που θα μπορούσα να είχα σήμερα. Αρνήθηκα να πουλήσω τα τραγούδια μου σε χώρους με υψηλά μεροκάματα αλλά ακατάλληλους για τα «πνευματικά μου παιδιά». Δεν συμβιβάστηκα κι αυτό το πλήρωσα.
«Π»: Συνεχίσατε το δρόμο που σ’αυτόν κάνατε τα πρώτα σας βήματα;
Μ.Ο.: Συνέχισα μα μετά από λίγο επειδή με ενδιέφερε και η σκηνοθεσία και το θέατρο, έκανα μια παύση. Γενικά μου αρέσουν οι παύσεις.
«Π»: Τα όνειρά σας τα ακολουθήσατε;
Μ.Ο.: Κυνήγησα τα όνειρά μου, το όραμά μου και το συνεχίζω ακόμα. Αν και η ζωή μάς παρουσιάζει τόσους εφιάλτες στην καθημερινότητά μας…
«Π»: Το κοινό σας στηρίζει και ακολουθεί τη μουσική σας πορεία;
Μ.Ο.: Ναι, ο κόσμος αγάπησε και αγαπάει τα τραγούδια μου κι αυτό είναι η δικαίωση του κόπου, του πόνου αν θέλετε. Διότι η τέχνη είναι πόνος περισσότερο από χαρά. Η χαρά έρχεται όταν ο κόσμος αγκαλιάζει την τέχνη σου.
Αυτό που με συγκινεί ιδιαιτέρως είναι ότι με στηρίζουν και άνθρωποι που δεν ήξεραν τη δουλειά μου και που την γνώρισαν τώρα γιατί είχα φύγει από το χώρο για πάνω από 10 χρόνια. Βλέπετε, έπρεπε να είμαι κοντά στα παιδιά μου, στη μητέρα και τη γιαγιά μου, στην πρώτη και τρίτη ηλικία. Κι όσο κι αν κουραζόμουν τότε, πόσο πολύ μου λείπει αυτό το κομμάτι της ζωής μου…! Έχανα, λοιπόν, ευκαιρίες και συνεργασίες που με ενδιέφεραν διότι δεν μπορούσα να αφήσω τα αγαπημένα μου πλάσματα και να τρέχω για συναυλίες και καριέρα.
«Π»: Στη δισκογραφία έχετε μεγάλο έργο. Τί είναι αυτό που σας κάνει υπερήφανη;
Μ.Ο.: Χαίρομαι για ό,τι έκανα γιατί το έκανα με το σπαθί μου. Δεν χρειάστηκε να πληρώσω, να «λαδώσω» τον εαυτό μου. Οι εταιρείες σεβόντουσαν το έργο μου και το τιμούσαν. Ειλικρινά, νιώθω ευτυχισμένη!
«Π»: Έχετε σκεφτεί ότι κάποια στιγμή θα σταματήσετε να ασχολήστε με τη μουσική;
Μ.Ο.: Μα σταμάτησα για χρόνια γιατί έπρεπε. Η αλήθεια είναι πως τώρα νιώθω πως ξεκινώ!
«Π»: Έχετε το… κληρονομικό χάρισμα εύρεσης ταλέντων;
Μ.Ο.: Αυτό που μου χάρισε η ζωή, μαζί με όλα τ’άλλα, το γράψιμο, πιστεύω πως τό’χω από τον πατέρα μου. Με ενδιαφέρουν και μου αρέσει να βοηθώ τους ταλαντούχους ανθρώπους.
«Π»: Τι χρώματα έχει το ταξίδι σας στη μουσική σκηνή;
Μ.Ο.: Γκρι, μπλε κυρίως… Κάποιες φορές ίσως πορτοκαλί. Έχω αρχίσει τελευταία να ανατρέπω τις ανατροπές μου. Με κούρασε το απόλυτο του χαρακτήρα μου. Μετά ξαναγυρνάω στη φύση μου: γκρι, μπλε.
«Π»: Οι συνεργασίες σας με σημαντικά ονόματα της ελληνικής μουσικής σκηνής είναι πολλές. Κρατάτε φιλίες; Είστε ευχαριστημένη από αυτές τις συνεργασίες;
Μ.Ο.: Συνεργάστηκα με πολλούς αναγνωρισμένους και καταξιωμένους καλλιτέχνες και μουσικούς. Ναι, είμαι ευχαριστημένη! Δεν κράτησα φιλία όμως, κι εδώ θα μου επιτρέψετε να σας απαντήσω με έναν στίχο μου, τον «Ροντέο». Οι παλιοί μου πήγαιναν καλύτερα γιατί σεβόντουσαν τη μάνα τέχνη, γιατί είχαν ήθος, γιατί μοιράζονταν την πίτα της «μάνας τέχνης», γιατί δεν ήταν αρπαχτικά και δεν θεοποιούσαν το «εγώ» τους.
«Εγώ, μέσα απ’το χώρο αυτό, έχω λίγες σχέσεις.
Ομφάλιο λώρο κόβω απ’τις ψευτοϋποσχέσεις.
Τα λάθη μου τα παραδέχομαιμα την πουστιά δεν την ανέχομαι.
Την απομόνωση, τη μόνωση έχω διαλέξει αρρωστημένη ιδεολογία, γι’αυτό και μένουν άδεια τα ψυγεία.
Ψυχή στη δόνηση μα ο ήχος μου θα ξαναπαίξει.Κι έτσι το ‘89 ήρθα εδώ μέσα.
Μάνα μικρών παιδιών, Ρωμιά και πρώην πριγκηπέσσα.
Με τη βουβή μελαγχολία μου την πρόσφατη ανεργία μου,
και μια κασέτα με τραγούδια που είχα γράψει.
Είδα το Μίμη και μιλήσαμε μού’πε θ’ ακούσει και χωρίσαμε.
Και καθώς έφευγα, η καρδιά μου είπε εντάξειμες το Ροντέο τραγουδώ,
μετά από είκοσι χρόνια,τα δυο παιδιά μεγάλωσανκαι θά’ρθουνε κι εγγόνια.
Σας καταθέτω τα κομμάτια μουαίμα και δάκρυα απ’τα μάτια μου.
Αφού απόψε κέρδισα άλλη μια νίκη.Στη γαμημένη την παλιοζωή μου
στις παρατάσεις χρόνια της ΔΕΗ μου.Μ’έναν μου στίχο, δεν πληρώνεται το νοίκι,δεν πληρώνεται το νοίκι.»

«Π»: Πώς βλέπετε συγκριτικά με το χθες, τις μουσικές σκηνές σήμερα;
Μ.Ο.: Ευτυχώς, οι μουσικές σκηνές άρχισαν να βελτιώνονται τα τελευταία χρόνια με καλό και διαχρονικό τραγούδι. Κι αυτό πιστεύω πως είναι κάτι που το γνωρίζετε κι εσείς. Είναι πως οι νέοι έχουν ανάγκη από την ποιότητα όπως κι απ’το όνειρο που προσπαθούν να τους μπλοκάρουν.
«Π»: Ποιόν καλλιτέχνη ή καλλιτέχνιδα θαυμάζετε;
Μ.Ο.: Είναι λιγοστοί αυτοί που θαυμάζω και θαύμασα στη ζωή μου. Κι αυτό διότι κοιτώ και το οπισθόφυλλο, την ουσία και για να πω την αλήθεια δεν είχα ποτέ μύθους. Αγαπώ το έργο κάποιων καλλιτεχνών, αυτό που κάνει το «εγώ» σε κάθε άτομο ξεχωριστό.
«Π»: Τί άλλαξε στο χώρο της διασκέδασης στη διάρκεια των χρόνων που πέρασαν;
Μ.Ο.: Άλλαξε το ότι οι καλλιτέχνες δεν υπολογίζουν το κοινό αλλά τις τσέπες του. Αυτό άλλαξε. Όπως και ότι πολλοί είναι «δήθεν», τα «μπουλούκια» είναι τώρα το κοινό.
«Π»: Πώς θα περιγράφατε την εποχή που ζούμε τώρα;
Μ.Ο.: Μ’αυτόν μου το στίχο και το τραγούδι, ζωγραφίζω την εποχή μας, το τώρα.
«Χαιρετώ.
Χαιρετώ τους απλούς τους ανθρώπους,
στους αιώνιους κόπους,
και κρατώ τους παλιούς μου τους φίλους
Δον Κιχώτες και μύλους,
και ζητώ τις ανθρώπινες φύσεις,
τις παλιές αναμνήσεις
και ζητώ μες του στίχου τη ρίμα,
το αιώνιο θύμα που είμαι εγώ.
Χαιρετώ την ηλίθια ζωή μου,
την ανούσια πνοή μου.
Χαιρετώ τους μεγάλους καθρέφτες
που γεμίσανε ψεύτες,
και μετρώ τους αμέτρητους πόνους,
τους φτωχούς και τους μόνους
και μετρώ και μετρώ
κι όλο γράφω, τη ζωή μου
«εν τάφω» να ξεχνώ.
Μα τις νύχτες φοβάμαι
και ξυπνώ και κοιμάμαι
και ζητώ να κρυφτώ
στη φωλιά σου, στη θλιμμένη αγκαλιά σου
να κρυφτώ,
να κρυφτώ, να ξεχάσω
το μυαλό μου πριν χάσω
και ζητώ το ζεστό σου το χάδι
να περάσει το βράδυ,
σ’ αγαπώ.»
«Π»: Πού εμφανίζεστε αυτό τον καιρό;
Μ.Ο.: Έκανα και συνεχίζω να κάνω αυτό το χειμώνα αρκετές εμφανίσεις, στον αγαπημένο μου και παλιό μου συμμαθητή από τη Σχολή Κατσέλη, Δευκαλίωνα Κόμη, όπου παρουσιάζω τη δουλειά μου, ή καλύτερα την αγάπη μου, μαζί με αξιόλογους συναδέλφους και με την κόρη μου, Λιάνα Καρριέρε – Οικονομίδου.
Επίσης, και σε έναν ακόμα εξαιρετικό χώρο, στη γειτονιά μου, «Στου Στράτου» στην Κυψέλη.
Θέλω να συμπληρώσω ότι με έχουν πληγώσει αρκετοί άνθρωποι του χώρου, όπως είχαν κάνει και στον πατέρα μου, τη μάνα μου και τους παππούδες μου. Θα ήθελα να γίνει μια συναυλία – αφιέρωμα στον Γιώργο Οικονομίδη ο οποίος επί 50 χρόνια υπηρέτησε την τέχνη μέσα απ’ το έργο του. Είναι κάτι που πολύς κόσμος το ζητάει.
«Π»: Ποιά τα επαγγελματικά σχέδιά σας;
Μ.Ο.: Πολύ σύντομα θα παρουσιάσω στον ιστορικό χώρο της όμορφης Πλάκας, στην «Απανεμιά», τραγούδια μου. Με τζαζ, ροκ, μπαλάντες, λαϊκό και ρεμπέτικο ρεπερτόριο, τραγούδια που έγραψα από το 1974 μέχρι σήμερα.
Σε λίγο μια πραγματική φίλη, η Δήμητρα Φουστανίτσα θα κοινοποιήσει ένα τραγούδι μου του ‘84, ένα λαϊκό τραγούδι μου στο οποίο πέρα από τη Μαίρη Λίντα συμμετείχαν ο Γιάννης Λέφερης και ο Πασχάλης Τόνιος – τότε Πασχάλης Σερραίος. Θυμάμαι πόσο θέλησαν να είναι στο δίσκο αυτό κι εγώ αυτό που υποσχέθηκα, το έκανα.